«Έξω τα πυρηνικά από το Λαύριο!»

Πριν από είκοσι περίπου χρόνια είχα αναλάβει για μια κοινοπραξία που περιελάμβανε μιά ομάδα του CERN που είχε τις αντίστοιχες πατέντες, μια γαλλική καινοτομική εταιρεία κατασκευής μίνι κύκλοτρων (επιταχυντών δέσμης ηλεκτρονίων) και έναν έλληνα επενδυτή, το project management για την εγκατάσταση και λειτουργία στην Ελλάδα ενός πολύ καινοτομικού τομογράφου εκπομπής ποζιτρονίων (PET), όταν δεν υπήρχε ακόμα δυνατότητα αυτής της διαγνωστικής τεχνολογίας στη χώρα μας. Παρά τις κρούσεις της ομάδας του CERN ο Δημόκριτος δεν είχε ενδιαφερθεί για την εγκατάσταση και έτσι βρέθηκε ιδιώτης επενδυτής που έδινε εκτός από τα χρήματα και χώρο στο τεχνολογικό πάρκο στο Λαύριο. Εγώ είχα αναλάβει τον συντονισμό του έργου, των απαιτούμενων μελετών κλπ. Η χρηματοδότηση από τον επενδυτικό νόμο είχε φυσικά απορριφθεί διότι η επένδυση δεν δημιουργούσε αρκετές θέσεις εργασίας, όπως ήταν ο κανόνας που προέβλεπε ελάχιστες θέσεις εργασίας ανάλογα με το μέγεθος του προϋπολογισμού. Μόλις μαθεύτηκε ότι θα εγκαθιστούσαμε ένα μικρό κύκλοτρο στο Λαύριο, ο Δήμαρχος και οι τοπικές οργανώσεις υποκίνησαν διαμαρτυρίες με συνθήματα «Έξω τα πυρηνικά από το Λαύριο». Και επειδή η επένδυση απαιτούσε άδεια σκοπιμότητας, πήραμε και μια απόρριπτική απόφαση από την Νομαρχία, διότι μια κρατική γραφειοκρατία έκρινε ότι ο επενδυτής – γνωστός εφοπλιστής – ήταν μάλλον ανίδεος περί τα επιχειρηματικά και ότι η επένδυση δεν ήταν τάχα οικονομικά βιώσιμη. Λες και τους έπεφτε λόγος τι θα κάνει ο άλλος τα λεφτά του. Η γαλλική εταιρεία βρήκε αλλού πιο φιλόξενο έδαφος να δοκιμάσει τον καινοτομικό εξοπλισμό της, ο εφοπλιστής επένδυσε τα χρήματα του χτίζοντας ένα ακόμα πλοίο και η ομάδα των φυσικών του CERN γύρισε στα πειράματά της. Δύο τρία χρόνια μετά, εγκαταστάθηκε τομογράφος PET κατασκευής γνωστής πολυεθνικής σε γνωστό ιδιωτικό νοσοκομείο στο Μαρούσι. Υποψιάζομαι ότι αυτός ήταν και ο λόγος που είχε απορριφθεί η δική μας επένδυση. Ή τουλάχιστον αυτή η πολυεθνική είχε τον τρόπο της. Και μια καινοτομική startup (τότε δεν τις λέγαμε έτσι) είχε ήδη πνιγεί εν τη γεννέσει της. Θυμήθηκα αυτή την τραυματική εμπειρία με την συζήτηση που γίνεται σήμερα για την άρνηση της Ελλάδας να συμμετάσχει σε επένδυση τεχνολογίας ακτινοθεραπίας του CERN. Μην κάνετε το λάθος να νομίζετε ότι είναι η κυβέρνηση αυτή, αυτή που καταστρέφει μια αθώα χώρα την οποία κατέλαβε εξ εφόδου εξαπατώντας την. Η κυβέρνηση αυτή, απλά εκπροσωπεί, καθεστωτικά πια, τον χειρότερο εαυτό αυτής της χώρας, αυτόν που επί δεκαετίες πριν την κρίση και την ανάδυση του εθνολαϊκιστικού Σύριζα, την απομυζούσε και την καταδίκαζε στην καθυστέρηση, ακόμα και όταν δεν φορούσε αυτό το φαιδρό αριστερό νεοκομμουνιστικό προσωπείο.

| Leave a comment

Εργαζόμενοι σε κίνδυνο φτώχειας: Ελλάδα, 14%

Το στατιστικό σχόλιο της ημέρας για έναν αναστοχαστικό φιλελευθερισμό. Για έναν στους δέκα (9,6%) ενήλικους εργαζόμενους Ευρωπαίους πολίτες, η εργασία δεν εξασφαλίζει διέξοδο από την φτώχεια. Κι επειδή οι ίδιες οι συνθήκες φτώχειας είναι συχνά ανατροφοδοτούμενες (πχ. συχνά δεν μπορείς να βρεις μια καλύτερη δουλειά ανεξάρτητα από τις ικανότητές σου επειδή η φτώχεια δημιουργεί άλλα εμπόδια) οι άνθρωποι αυτοί είναι συχνά εγκλωβισμένοι. Οι διαφορές Βορρά – Νότου (και δευτερευόντως Ανατολής – Δύσης) είναι εντυπωσιακές: πέρα από την Ρουμανία (ένας στους πέντε, 19%) και την Βουλγαρία, η Ελλάδα (14%), και οι άλλες χώρες του Ευρωπαϊκού Νότου έχουν το πρόβλημα αυτό σε σημαντικά υψηλότερο βαθμό από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο. Αυτός ο δείκτης δείχνει έμμεσα το μέγεθος της υπο-αμειβόμενης εργασίας: αν η εργασία δεν μπορεί να διασφαλίσει σε τόσους πολλούς συμπολίτες μας ότι αν και εργαζόμενοι δεν θα ζουν σε συνθήκες φτώχειας (δηλ. τουλάχιστον το 60% του «μέσου» βιοτικού επιπέδου της κοινωνίας όπου ζεις, όπως το εκτιμούμε από το διάμεσο εισόδημα των νοικοκυριών) τότε έχουμε πρόβλημα αμοιβών ή πρόβλημα εργασίας. Δύο παρατηρήσεις: πρώτη, μην μου πείτε πάλι ότι ο δείκτης σχετικής φτώχειας είναι «σοσιαλιστική» εμμονή και ότι είναι δείκτης ανισότητας. Μπορώ να φανταστώ μια κοινωνία με το ίδιο βιοτικό επίπεδο και με ακόμη μεγαλύτερη ανισότητα, αλλά χωρίς φτωχούς, όπου οι άνθρωποι θα είναι πολύ περισσότεροι στο διάστημα από το 60% έως 100% του διάμεσου εισοδήματος απ’ότι στο διάστημα 0%-60%. Είναι θέμα κατανομής. Δεύτερη παρατήρηση: προσέξτε το πρόβλημα στο Λουξεμβούργο, και ειλικρινά, μην μου πείτε τη γνωστή μπούρδα ότι είναι καλύτερα να είσαι φτωχός στο Λουξεμβούργο απ’ότι πλούσιος στην Ελλάδα. Η φτώχεια είναι πρώτα απ’όλα κοινωνικός αποκλεισμός και έπειτα αδυναμία κάλυψης «βασικών» αναγκών (αν έχει νόημα αυτό το «βασικών»). Και να παρατηρήσω εδώ ότι πολλοί έχουν διαβάσει τι λέει ο Adam Smith για το αόρατο χέρι της αγοράς, αλλά μάλλον δεν έφτασαν στο κεφάλαιο του «Πλούτου των Εθνών» όπου ουσιαστικά ορίζει την φτώχεια με όρους αξιοπρέπειας και λέει ότι αν ένας εργαζόμενος δεν έχει δερμάτινα παπούτσια σε μια κοινωνία όπου θα ντρεπόταν να κυκλοφορήσει χωρίς τέτοια, τότε τα δερμάτινα παπούτσια είναι βασική ανάγκη. A necessary of life, το ονομάζει.

| Leave a comment

Η ανοησία ως πολιτική τακτική

Η μέθοδός τους είναι γνωστή και δοκιμασμένη, και με αυτήν κατέλαβαν την εξουσία. Διαλύουν την δημόσια συζήτηση με ξεδιάντροπα ψέμματα, ανοησίες και ανορθολογισμό. Αυτό που τους ενδιαφέρει δεν είναι να πείσουν αλλά να αποσυντονίσουν, όλα για αυτούς είναι αντιπερισπασμός. Από την Κερατέα και την Υπατία, από την Πλατεία και τα κάγκελα της ΕΡΤ, από τους νεκρούς του μνημονίου και τα πληρωμένα με 6 δεκάρες το τουήτ έμμισθα τρολ, από την περήφανη διαπραγμάτευση και το δημοψήφισμα με το ακατανόητο ερώτημα στο οποίο καμιά απάντηση δεν μπορούσε να δοθεί, μέχρι τώρα με αυτή την φάρσα σκανδαλολογίας, ο σκοπός τους δεν είναι να περάσουν έστω και ανόητες θέσεις ή κακές πολιτικές στις οποίες όμως πιστεύουν. Γιατί δεν έχουν ούτε θέσεις, ούτε πολιτικές. Μοναδικός τους σκοπός είναι να καταρρέει το πολιτικό παιχνίδι, να ανατινάσσεται στα εξ ων συνετέθη ανεπεξέργαστα συναισθήματα ο δημόσιος διάλογος, να καταργείται η ίδια η πολιτική, ώστε αυτοί να μένουν κυρίαρχοι σε ένα παιχνίδι που ξέρουν να παίζουν μόνον αυτοί. Είναι σαν να προσπαθείς να παίξεις ποδόσφαιρο με μια ομάδα που όχι απλά παραβιάζει τους κανόνες στα κλεφτά, αλλά απροκάλυπτα και ετσιθελικά παίζει χωρίς κανένα κανόνα ή αλλάζει αυθαίρετα τους κανόνες κάθε λεπτό. Παίρνουν την μπάλα με τα χέρια και την χώνουν στο τέρμα ενώ έχουν κλωτσήσει τον τερματοφυλακα στα πλευρά. Μετα αλλάζουν τον διαιτητή και ζητούν από τον καινούργιο πέναλτυ. Δεν μπορείς όμως ποτέ να τους νικήσεις σε ένα παιχνίδι χωρίς κανόνες, είναι λογικά αδύνατο. Και δη όταν οι θεατές στις κερκίδες ευχαριστιώνται δράση. Το πρόβλημα όμως είναι ότι όλο και πιο πολλοί θεατές γουστάρουν να βλέπουν και τις δυο ομάδες να ξεφτιλίζονται. Ήρθαν άλλωστε για να δουν μπουφόνικη φάρσα με τούρτες να εκτοξεύονται στα μούτρα των πρωταγωνιστών όπως στις κωμωδίες του βωβού, όχι ματς αγγλικού ποδοσφαίρου. Άλλοι, ήρθαν για να δουν μονομάχους και αίμα στην άμμο. Η μόνη στρατηγική που μπορεί να ακυρώσει την ανοησία είναι όμως αυτή που δυστυχώς δεν θα αρέσει ούτε στους δικούς σου οργανωμένους οπαδούς στο πέταλο του γηπέδου που σου ζητούν γκολ οπως και να ‘ναι, και σου φωνάζουν ότι δεν μπορείς να παλέψεις με γουρούνια αν δεν κυλιστείς κι εσύ στη λάσπη. Η μόνη στρατηγική είναι να επιμένεις να παίζεις με τους κανόνες, ατάραχος, αποφασιστικά και θεσμικά. Στο παιχνίδι δηλαδή που αυτοί δεν ξέρουν να παίζουν. Δεν ξέρω αν η στρατηγική αυτή είναι η μόνη που μπορεί να φέρει τη νίκη, αλλά σίγουρα είναι η μόνη που κάνει την νίκη να έχει νόημα.

| Leave a comment

Χαλαρώστε λίγο

Albert Bettannier, La tache noire, 1887 (Deutsches Historiches Museum, Berlin). Ένας πίνακας γαλικού εθνικισμού σε ένα γερμανικό μουσείο Ιστορίας. Ο δάσκαλος διδάσκει γεωγραφία, δείχνοντας στον χάρτη της Γαλλίας την Αλσατία-Λωραίνη, που είναι όμως ένας μαύρος λεκές (tache noire), καθώς την έχουν προσαρτήσει οι Γερμανοί στον Γαλλο-Πρωσικό πόλεμο του 1870-1871. Γερμανόφωνοι και γαλλόφωνοι πληθυσμοί,γερμανικά ονόματα πόλεων, χωριών, και ανθρώπων, γαλλική εθνική συνείδηση. Κάποια παιδιά φορούν στρατιωτικές στολές, στην έδρα ένα ταμπούρλο από την παρέλαση, στο βάθος ένας χάρτης των οχυρώσεων του Παρισιού και οπλοβαστός με τα τουφέκια με τα οποία τα παιδιά ασκούνται στην σκοποβολή. Τριάντα χρόνια μετά, τα περισσότερα από τα αγόρια αυτά θα είχαν ήδη σκοτωθεί σε έναν ανόητο Μεγάλο Πόλεμο, παίρνοντας πίσω την Αλσατία. Ακόμη είκοσι χρόνια μετά, ο κύριος Brown, καλός οικογενειακός μας φίλος, Αλσατός, Γάλλος αστός με γερμανικό όνομα (που εγώ είχα μάθει να προφέρω γαλλικά – Μπρων) και γαλλική παιδεία, στα δεκατέσσερά του, στην ηλικία των αγοριών του πίνακα, επιστρατεύεται με τη βία στην Βέρμαχτ ως «εθνικά γερμανός» για να υπερασπιστεί το Ραϊχ ενάντια στην πατρίδα του και στους συμμάχους της. Ακόμα πενήντα χρόνια μετά, στο Στρασβούργο, ρωτάω μια Αλσατή συνεργάτη και φίλη, που μου έλεγε ότι έχει ξαδέλφια από την άλλη μεριά των συνόρων και μιλούσε στο σπίτι της γερμανικά και στην δουλειά της γαλλικά, αν τελικά νοιώθει Γαλλίδα ή Γερμανίδα. Je suis française d’origine germanique. Είμαι Γαλλίδα γερμανικής καταγωγής. Τον παππού της θα τον είχαν τουφεκίσει – οι μεν για το «Γάλλος», οι δε για το «γερμανικής καταγωγής», αναλόγως του κυρίαρχου της περιόδου – αν τολμούσε να το ξεστομίσει. Όταν κάποιος ταξιδεύει σήμερα σε αυτές τις περιοχές της Ευρώπης δεν μπορεί πια να συνειδητοποιήσει πόσο πολύ αίμα έχει χυθεί από πόσες γενιές, πόση εθνική περηφάνια πληγώθηκε, προδόθηκε, ανακτήθηκε, ξαναχάθηκε, πόσο βάρυναν με συμβολισμούς και αιτιάσεις ιστορικής αυθεντικότητας οι ονομασίες των περιοχών και πόσο σηματοδοτήθηκαν με πρόσημα εθνότητας οι καθημερινές γλώσσες και τα ονόματα των ανθρώπων. Χαλαρώστε λίγο. Δεν είμαστε οι μόνοι που έχουμε Ιστορία και παππούδες που πολέμησαν.

| Leave a comment

Brand Name Macedonia

Μία σοβαρή χώρα, η οποία θα ήθελε να προφυλάξει την ταυτότητα και την διεθνή αναγνωρισιμότητα μιας περιοχής της – γιατί μεταξύ μας αυτό είναι το μόνο ουσιαστικό συμφέρον της Ελλάδας σε αυτή την ιστορία – θα είχε φροντίσει να κάνει το όνομα της περιοχής της αδιαφιλονίκητο brand name. Γιατί μεταξύ μας, αυτό είναι που μας καίει και αυτό μας ενοχλεί περισσότερο: το ότι όταν οι Ευρωπαίοι ακούνε «Μακεδονία» πρέπει πια να εξηγούμε ότι εννοούμε την δική μας γιατί το μυαλό τους πάει εδώ και καιρό αυτομάτως στην άλλη, την ακατανόμαστη. Τα άλλα περί ονόματος που είναι η ψυχή μας και περί κληρονομιάς της Ιστορίας είναι για εσωτερική κατανάλωση. Αυτό που πάντα μας καίει είναι το πως μας βλέπουν οι άλλοι. Γι’ αυτό και δεν είχαμε κανένα πρόβλημα με το όνομα της ακατανόμαστης πριν αυτή γίνει ανεξάρτητο κράτος. Τότε μόνο μας πήρε ο πόνος.

Αν ήμασταν όμως σοβαροί θα είχε γίνει brand name χωρίς καν να το σκεφτούμε και να το σχεδιάσουμε. Όχι με καμπάνιες και επικοινωνιακές στρατηγικές. Μπορεί να ήταν με τα προϊόντα της περιοχής, ή με τα καλά επώνυμα κρασιά της, με τις διεθνείς επενδύσεις σε αυτήν που θα συζητιόταν στα διεθνή μέσα ή με τα καλά αγγλόφωνα πανεπιστήμιά της. Ή επειδή θα είχε εξελιχθεί σε πόλο Τέχνης ή καινοτομίας. Ό,τι έβγαζε το συγκριτικό πλεονέκτημα της περιοχής αν το αφήναμε ελεύθερο να εκφραστεί. Ποιός δεν ξέρει την Βαυαρία για την BMW και την μπύρα, την Τοσκάνη για την ομορφιά της, την Βουργουνδία που έδωσε όνομα μέχρι και σε χρώμα με το κρασί της. Θα ήταν ένα brand name που δεν θα μπορούσε να διεκδικήσει κανείς, και που θα προέκυπτε με ήρεμο και φυσιολογικό τρόπο από την δημιουργικότητα της περιοχής και την διεθνή ακτινοβολία που θα μπορούσε μια χαρά να έχει, αν βέβαια εμείς είχαμε άλλα μυαλά.

Εμείς όμως πάντα διαλέγουμε τον ανάποδο δρόμο: αντί να δουλεύουμε για το συμφέρον μας, διεκδικούμε υστερικά να μας αναγνωρίσουν το δίκιο που μας πνίγει. Η Ιστορία της Ελλάδας θα μπορούσε να γραφτεί σαν μια αλυσίδα τέτοιων χαμένων ευκαιριών. Ακόμα και αυτή η Διεθνής Έκθεση, κατάντησε να υπάρχει για να φέρνει τον έξω κόσμο μέσα σε μια επαρχιακή πόλη, όχι για να βγάζει με αυτοπεποίθηση μια μητρόπολη στον εξω κόσμο. Και όσο τα χρόνια περνούσαν, αφήναμε τα πραγματικά εργοστάσια να κλείνουν και χτίζαμε κουφάρια του επενδυτικού νόμου και της λαμογιάς μαζί με μύθους τυπικά νεοελληνικής κλάψας που καταναλώναμε μόνο εμείς: «η Θεσσαλονίκη-ερωτική-πόλη», «η Μακεδονία η αδελφή του Μεγαλέξαντρου», «τα παλιά λαδάδικα που σ’αναζητώ κι ας μην ξέρω τι λένε τα κομπιούτερς κι οι αριθμοί» και άλλες ζουράρειες μπούρδες που δεν αφορούσαν παρά μόνο εμάς. Για μια γενιά, δεύτερης ποιότητας επιδοτούμενα ροδάκινα που δεν απέκτησαν ποτέ περήφανο όνομα προέλευσης στην Γερμανία γιατί ήταν καλά μόνο για κονσέρβες κομπόστας που αγόραζε ο στρατός και τα κρατικά νοσοκομεία. Υπέροχες λίμνες και ένας εθνικός δρυμός που μοιραζόμαστε με την ακατανόμαστη και που δεν έγιναν ποτέ διεθνής προορισμός. Αλλά οργανώναμε εκεί τα «Πρέσπεια», όπου η μισή κυβέρνηση, με μεταξωτές γραβάτες, ανέβαινε στο τέλος επί σκηνής να τραγουδήσει την «άπονη ζωή». Η Μακεδονία είναι σίγουρα ελληνική γιατί τελικά είναι μια μικρογραφία της Ελλάδας. Για όλες τις δεκαετίες όπου στα διεθνή φόρα σχεδίαζαν την «Ευρώπη των περιοχών» και έβλεπες διαφημίσεις περιοχών και όχι κρατών στον διεθνή οικονομικό τύπο, για την καινοτομία τους, τις επενδύσεις τους, την ποιότητα ζωής τους, εμείς νοιαζόμασταν για τους διορισμούς στα ορυχεία της ΔΕΗ και πνίγαμε τη Χαλκιδική στο τσιμέντο. Ονομάσαμε «Μακεδονία» ένα πανεπιστήμιο που δεν μπορεί να φέρει ξένους φοιτητές και ένα αεροδρόμιο που δυσφημεί το όνομά του.

Με τι μούτρα να βάλει ο Περιφερειάρχης μια ολοσέλιδη «INVEST IN MACEDONIA» στον Economist, έτσι για την αλητεία; Ποιό είναι σήμερα το brand name της Μακεδονίας στον κόσμο; Τα αδιαφιλονίκητα brand names δεν φοβούνται ανταγωνιστές γιατί έχουν πραγματική αξία. Και για τα brand names περιοχών και πόλεων, αξία στον δύσκολο σύγχρονο κόσμο που ζούμε (όπου πλέον ο ανταγωνισμός είναι πια μεταξύ περιοχών και μητροπόλεων) είναι η ακτινοβολία της αυτοπεποίθησής τους. Αυτό ήταν που με στενοχώρησε με αυτά τα συλλαλητήρια, τα ιερά λάβαρα και τους απόστρατους. Γιατί τόσα χρόνια μετά, βλέπω ακόμη μια φοβική, επαρχιώτικη Ελλάδα να υψώνει τείχη και να συνεχίζει να κάνει το αντίθετο από αυτό που θα έπρεπε να κάνει αν ήθελε να πετύχει αυτό ακριβώς που λέει ότι διεκδικεί: να κερδίσει την αναγνώριση και την ταυτότητά της ανοίγοντας τον εαυτό της στον έξω κόσμο. Αν το είχαμε κάνει αυτό όταν έπρεπε, τώρα τα διπλωματικά θα ήταν παιχνιδάκι. Άσε που τότε δεν θα μας ένοιαζαν και πολύ.

ΓΦα

| Leave a comment

Εταιρική Κοινωνική Ευθύνη

Το είδα και αυτό. Ολοσέλιδη και πανάκριβη διαφήμιση μεγάλης ασφαλιστικής εταιρείας στην τρίτη σελίδα κυριακάτικης εφημερίδας μεγάλης κυκλοφορίας, η οποία, αντί να διαφημίζει το προϊόν της, όπως κάνει κάθε αξιοπρεπής εταιρεία που σέβεται τον εαυτό της, δίνει έναν αριθμημένο κατάλογο 19 μπουρδολογικών συμβουλών αυτοβοήθειας, θετικής ενέργειας και ηθικολογικών μάντρα επιπέδου Κοέλιο, τα οποία μάλλον αλίευσαν από αυτές τις εικόνες με ηλιοβασιλέματα και fake ρητά επιφανών που κυκλοφορούν στο facebook: να αγαπάτε τον εαυτό σας, να χαίρεστε κάθε μέρα που ξυπνάτε, μην αφήνετε τις αναμνήσεις σας να είναι καλύτερες από τα όνειρά σας και άλλες τέτοιες κοινοτοπίες και κενολογίες. Η «ανοικτή επιστολή – πρόσκληση» (σε τι;) απευθύνεται μάλιστα σε μετόχους, πελάτες και «σε κάθε σκεπτόμενο πολίτη», την υπογράφει δε ο ίδιος ο Διευθύνων Σύμβουλος «Με απέραντη αγάπη». Αν ο άνθρωπος δεν έγινε αίφνης αναγεννημένος χριστιανός, τότε είναι πολύ κακός επιχειρηματίας: αν ήμουν πελάτης του θα με ενδιέφερε με πόση σοβαρότητα θα διαχειριζόταν τα χρήματά μου και όχι να μου δίνει συμβουλές προσωπικής βελτίωσης για την δύναμη της αγάπης. Αλλά προφανώς δεν είμαι ο τυπικός πελάτης του. Ζούμε στην εποχή της απέραντης μπούρδας και η φτηνή «κοινωνική εταιρική ευθύνη» τέτοιου είδους είναι και αυτή ένα από τα πιο φαιδρά συμπτώματα συλλογικής χαζοχαρούμενης βλακείας.

| Leave a comment

Ανισότητες και ανθρώπινη φύση

Αν η αριστερά διάβασε λανθασμένα την περίφημη πια αποστροφή του Κυριάκου Μητσοτάκη για τις ανισότητες ως απροϋπόθετη τάχα δικαιολόγησή τους, το ίδια λανθασμένα την διάβασε και αυτή η ακατέργαστη νέα δεξιά που νομίζει η αφελής ότι οι φτωχοί είναι φτωχοί με δική τους ευθύνη. Αυτή η δεξιά δηλαδή που θεωρεί ότι οι ανισότητες ως φυσικές είναι τάχα και μεταφυσικά δίκαιες. Και όχι μόνο καθησυχάζει την συνείδησή της ότι η δική της καλύτερη θέση είναι τάχα δίκαιη, αλλά διεκδικεί την ανισότητα επειδή είναι τάχα κάτι που της αξίζει. Νομίζει ότι η ανισότητα είναι η ανταμοιβή της για την προσπάθειά της και ξεχνά όλους αυτούς τους κοινωνικούς παράγοντες που την έκαναν να μπορεί να έχει αυτή την ανταμοιβή. Και ξεχνά επίσης ότι αυτή είναι «δίκαιη» με την έννοια ότι απλά έτσι συμφωνήσαμε φτιάχνοντας τους θεσμούς μας, όχι με κάποια μεταφυσική έννοια της δικαιοσύνης. Αν οι ανισότητες πηγάζουν αναγκαστικά από την ίδια την ανθρώπινη φύση όπως αυτή εκφράζεται μέσα στους θέσμούς μας της κοινωνίας και της οικονομίας, η δικαιοσύνη όμως δεν είναι θέμα της φύσης αλλά αυτής της δράσης και πράξης των ανθρώπων που λέγεται πολιτική. Είναι δικό μας θέμα πολιτικό να συζητήσουμε και να αποφασίσουμε, ποιές θέλουμε γιατί τις θεωρούμε πχ δίκαιη ανταμοιβή και ποιές πρέπει να ακυρώσουμε με πολιτικές. Ποιες πρέπει να αποτρέψουμε εξασφαλίζοντας ίσες ευκαιρίες και ποιές πρέπει να θεραπεύσουμε με ανθρώπινη αλληλεγγύη, κι ας μοιάζουν «φυσικές». Στο ένα άκρο είναι ο κίνδυνος που επεσήμανε ο ίδιος ο Κυριάκος Μητσοτάκης στην αμέσως επόμενη φράση: ο κίνδυνος της ισοπέδωσης και της ακύρωσης της ελευθερίας και των ανθρωπίνων δικαιωμάτων. Στο άλλο άκρο είναι ο κίνδυνος στον οποίο αναφέρθηκε σαφώς μιλώντας αμέσως μετά για την αλληλεγγύη ως άλλη όψη της ελευθερίας και για δίκαιη διανομή του μερίσματος ευημερίας. Ο κίνδυνος δηλαδή μιας άδικης κοινωνίας που και αυτή θα καταστρατηγεί τα ανθρώπινα δικαιώματα το ίδιο. Γιατί το φυσικό δεν είναι αναγκαστικά και δίκαιο. Η άποψή μου είναι ότι σε αυτήν την μετριοπαθή και ζυγισμένη τοποθέτηση, ο Πρόεδρος της ΝΔ έχει να αντιμετωπίσει την διαστρέβλωση μιας θεμελιώδους ιδεολογικής αρχής και από τα αριστερά αλλά και από τα δεξιά. Δεν ξέρω ποιά από τις δυο είναι ρηχότερη και χειρότερη.

| Leave a comment

Περιορίζει ο νόμος την ελευθερία ή η ελευθερία τον νόμο;

(Δημοσιεύτηκε στο The Book’s Journal, τεύχος 78, Ιούνιος 2017)

Η δίωξη της Σώτης Τριανταφύλλου, ο αντιρατσιστικός νόμος και η προσέγγιση του Ronald Dworkin για τα όρια της ελευθερίας του λόγου.


 

Κάθε φορά που αναδύεται στον δημόσιο διάλογο ένα θέμα που άπτεται της ελευθερίας του λόγου, η συχνή και εύκολη απάντηση αρθρογράφων και σχολιαστών στην επίκληση του δικαιώματος στην ελεύθερη έκφραση, είναι ότι τα δικαιώματα δεν μπορούν να είναι απόλυτα και ότι είναι εύλογο να τίθενται από τον Νόμο όρια στην άσκησή τους. Όπως όμως συμβαίνει συχνά με την κοινή λογική στον δημόσιο διάλογο, η απάντηση αυτή, με την προφανή και «αυταπόδεικτη» αλήθεια της, βιάζεται να κλείσει το θέμα πριν προλάβουν να αναδυθούν τα ερωτήματα που η ίδια δημιουργεί. Γιατί αν ο περιορισμός – και άρα ο ορισμός – των δικαιωμάτων είναι απλά θέμα απόφασης μιας κοινωνίας και των νόμων που θεσμοθετεί σύμφωνα μάλιστα με το Zeitgeist, το «πνεύμα των καιρών», όπως πρόσφατα διάβασα, τότε η ίδια η έννοια του δικαιώματος αναιρείται, αδειάζει από κάθε περιεχόμενο και καταντάει μια κενή νοήματος ταυτολογία: δικαίωμα καταντάει τότε απλά, αυτό που σου επιτρέπεται να κάνεις.

Continue reading »

| Leave a comment

Ο,τι ξέραμε για την ελεύθερη αγορά δεν ισχύει απαραίτητα στην νέα οικονομία

Η απόφαση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής για την επιβολή θηριώδους προστίμου ενός δις ευρώ στην Google για παράβαση αρχών ανταγωνισμού (εκκρεμούν άλλες δύο υποθέσεις), ενώ είναι σωστή επί της αρχής, δείχνει ωστόσο πόσο ανέτοιμες είναι οι συγχρονες πολιτείες να αντιμετωπίσουν τα προβλήματα της νέας οικονομίας, τα οποία απαιτούν νέους θεσμούς. Μέχρι τώρα αντιμετωπίζονται αποσπασματικά και με παλιά, χρονοβόρα εργαλεία. Ένα από τα κυρίαρχα χαρακτηριστικά αυτής της αναδυόμενης νέας οικονομίας είναι η σχεδόν μονοπωλιακή συγκέντρωση ισχύος λόγω των φαινομένων δικτύου: εν πολλοίς χρησιμοποιείτε facebook κυρίως επειδή αυτό χρησιμοποιούν και οι άνθρωποι με τους οποίους θέλετε να επικοινωνείτε. Φανταστείτε αν τα δίκτυα των εταιρειών τηλεφωνίας δεν επικοινωνούσαν διαφανώς μεταξύ τους, αλλά μπορούσατε να συνδεθείτε μόνο με συνδρομητές του ίδιου δικτύου. Θα είχε απομείνει μόνο μια παγκόσμια εταιρεία τηλεφωνίας. Το πρόβλημα όμως τώρα έχει πολύ μεγαλύτερες επιπτώσεις, αφού αφορά στην ουσία και τον έλεγχο της διάχυσης πληροφορίας. Στο προηγούμενο παράδειγμα, φανταστείτε αν επιπλέον αυτή η μοναδική εταιρεία τηλεφωνίας που θα είχε απομείνει, μπορούσε να επηρεάζει με κλειστούς απόρρητους αλγορίθμους και με ποιον θα επικοινωνήσετε ή τι θα μπορείτε να ακούτε από αυτόν. Αυτό όμως ήδη συμβαίνει με το Google ή το Facebook. Σε προηγούμενες τεχνολογικές επαναστάσεις, οι κοινωνίες έλυσαν αυτά τα προβλήματα με δυο τρόπους: με ανοιχτά τεχνολογικά πρότυπα διασυνδεσιμότητας και με θεσμικές παρεμβάσεις. Η νέα τεχνολογική επανάσταση θα χρειαστεί και από τα δύο. Φυσικά αυτά φέρνουν σε αμηχανία και όσους «φιλελεύθερους» νομίζουν ότι ο φιλελευθερισμός εξαντλείται στην «ελεύθερη αγορά». Η ουσία του φιλελευθερισμού είναι η προστασια του ατόμου από την υπερβολική, κυριαρχική συγκέντρωση ισχύος, και αυτό το τελευταίο αφορά και τα κράτη και τις επιχείρήσεις. Και είναι φαιδρά ρηχό να επικαλούμαστε για έναν οικονομικό οργανισμό με αποκλειστική κυρίαρχη θέση και οικονομική ισχύ που ξεπερνά αυτήν πολλών κρατών του πλανήτη, τα ίδια αιτήματα ελευθερίας που έχουμε για τους πολίτες. Αλλά βέβαια και ρηχό από καθαρά οικονομική σκοπιά: οι ελεύθερες αγορές έχουν προϋποθέσεις, που συνήθως δεν αναφέρονται στις θεολογικές αναλύσεις περί αγοράς: συμμετρία πληροφορίας μεταξύ καταναλωτών (ή χρηστών) και προμηθευτών, μεγάλο πλήθος καταναλωτών και προμηθευτών, και φυσικά να μην υπάρχουν φαινόμενα που να εγκλωβίζουν καταναλωτές ή χρήστες, όπως αυτά που ανέφερα παραπάνω. Και ενώ εμείς, σε αυτή την επαρχία του πλανήτη, ασχολούμαστε με προβλήματα του 19ου αι., η δική μας πολιτεία είναι ανέτοιμη και να σκεφτεί καν, τα προβλήματα του 21ου.

| Leave a comment

«Η κακιά μοίρα της Ελλάδας θα είναι το να σέρνεται στο τέλμα για δεκαετίες. Αυτό να φοβάστε»

Πριν κάποια χρόνια, στις αρχές ακόμα αυτής της περιπέτειας, είχα την εξαιρετική τύχη και τιμή να έχω μια προσωπική, μεγάλη και πολύ ουσιαστική συζήτηση με τον Κωνσταντίνο Μητσοτάκη. Τον είχα ρωτήσει για την καταστροφή που έβλεπα να ερχόταν. Θυμάμαι ακόμα αυτολεξεί την απάντησή του: «Αγαπητέ, το πρόβλημα δεν είναι η καταστροφή. Ζήσαμε καταστροφές και βρήκαμε την δύναμη να τις ξεπεράσουμε. Η κακιά μοίρα της Ελλάδας θα είναι το να σέρνεται στο τέλμα για δεκαετίες. Αυτό να φοβάστε». Και βλέπω σήμερα μια ανύπαρκτη – ηθικά και πολιτικά – κυβέρνηση, να εξαντλεί την μικρόνοη πονηριά της στο να προπαγανδίσει ως επιτυχία την άτακτη υποχώρησή της. Βλέπω τους αμήχανους – πολιτικά και ιστορικά – εταίρους μας να σπρώχνουν το πρόβλημα λίγο παρακάτω, να κερδίζουν λίγο ακόμα χρόνο, όπως κάνουν πάντα άλλως τε, και για οποιοδήποτε θέμα, βλέπω εμάς να χαριτολογούμε – με αυτή την παιγνιώδη διάθεση που φέρνει η ανακούφιση – επειδή αποφύγαμε τα χειρότερα. Τέτοια μιζέρια. Από την μια μια κυβέρνηση που θα βυθίζει την χώρα στο τέλμα προσπαθώντας να κρατηθεί κυνικά στην εξουσία δίνοντας τις μάχες οπισθοφυλακών της πελατείας της. Από την άλλη οι εταίροι μας, που μας αντιμετωπίζουν πια μόνο ως πρόβλημα προς διαχείριση: τόσο τα πλεονάσματα, τόσο τα χρεωλύσια, τόσες περικοπές, πάμε παρακάτω. Για ουσιαστικές μεταρρυθμίσεις κουβέντα καμιά. Και λείπει στη μέση αυτό το σχέδιο που – με σκληρή δουλειά, ναι, αλλά σκληρή δουλειά για έναν στόχο άλλον από την μίζερη επιβίωση μέρα με την μέρα – θα ξανακάνει κάποτε την Ελλάδα ένα κράτος που θα δίνει όνειρα και ευκαιρίες στους ανθρώπους της. Θα τους ξαναδίνει το περιβάλλον να κυνηγούν την ευτυχία τους. Και αυτά δεν γίνονται με δημοσιονομικά αλισβερίσια. Θέλουν μια ήρεμη επανάσταση. Καθημερινή μεν. Επανάσταση όμως, που θα αλλάξει όλα αυτά για τα οποία κουβέντα δεν γίνεται στα eurogroup, στα «prior actions», στα μέτρα των μνημονίων, στις αναλύσεις βιωσιμότητας του χρέους, στις κατ’όνομα μόνο μεταρρυθμίσεις. Δεν μπορούμε να ξοδέψουμε αυτή την γενιά στο τέλμα. Και δεν έχουμε το ηθικό δικαίωμα να ξοδέψουμε και την επόμενη, εμείς που κομπάζουμε ότι καμιά θυσία δεν μας πτοεί για τα παιδιά μας. Αλλά είναι μόνοι μας που θα το αποφασίσουμε και θα το καταφέρουμε. Είμαι σίγουρος ότι ο σοφός Πολιτικός – άξιος μιας γενιάς που έχτισε μια ισοπεδωμένη Ελλάδα από την αρχή – θέλει να διαψεύσουμε τους φόβους του. Μένει να το αποδείξουμε. Αλλά πρώτα πρέπει να αποφασίσουμε την Ελλάδα που θέλουμε και να την ονειρευτούμε χειροπιαστά. Αυτή είναι η συζήτηση που δεν γίνεται πια από κανέναν και αυτό είναι που μας στέρησε τα τελευταία χρόνια η μικροπολιτική της αέναης διαπραγμάτευσης. Αυτή είναι και η μεγάλη πρόκληση για όποιον έρθει στην βάρδια στην γέφυρα του σκάφους, αργά ή γρήγορα, την επόμενη μέρα. Όλα τα υπόλοιπα είναι το τέλμα που πρέπει ν’αφήσουμε πίσω μας.

ΓΦα

| Leave a comment
  • Facebook Page:

  • Εγγραφείτε:

    για παραλαβή νέων δημοσιεύσεων με e-mail

Swedish Greys - a WordPress theme from Nordic Themepark.