Η κρατική τηλεόραση είναι (λέει) πυλώνας της Δημοκρατίας

Μιά από τις πιο θεμελιώδεις φιλελεύθερες αρχές, αυτή που περιόρισε κάποτε την απόλυτη εξουσία των μοναρχιών με κοινοβούλια και συντάγματα, αλλά και αυτή που οπλίζει τις σύγχρονες δημοκρατίες με θεσμούς ελέγχου, είναι η προληπτική δυσπιστία απέναντι στο κράτος. Δυσπιστία, επειδή γνωρίζει πόσο ασύμμετρα μεγάλη είναι αναγκαστικά η εξουσία του κράτους και πόσο επικίνδυνη μπορεί να γίνει η κατάχρησή της, ακόμα και από την δημοκρατική πλειοψηφία. Και προληπτική, επειδή ξέρει ότι αυτή η κατάχρηση είναι πάντα πιθανή, ειδικά όταν φαντάζει στους ανυποψίαστους ως απίθανη. Ως προληπτικά δύσπιστη, αυτή είναι μια κατεξοχήν συντηρητική αρχή. Η φιλελεύθερη δημοκρατία παίρνει τα μέτρα της πριν τα χρειαστεί. Ακόμα και όταν όλα δείχνουν ότι δεν τα χρειάζεται. Η Ιστορία την επιβεβαιώνει.

Το αίτημα του πολιτικού φιλελευθερισμού για μικρό κράτος πηγάζει κατά κύριο λόγο από αυτήν την συντηρητική, προληπτική δυσπιστία, και όχι από λογιστικούς δημοσιονομικούς υπολογισμούς. Σε μια πραγματικά φιλελεύθερη δημοκρατία το κράτος είναι η τελευταία λύση που θα εξεταστεί για κάθε πρόβλημα, και θα γίνει αποδεκτή μόνο αναγκαστικά, όταν οι άλλες προτάσεις αποδειχτούν τεκμηριωμένα ανέφικτες. Δεν είναι η εκ των προτέρων επιθυμητή επιλογή, ή η φυσική σχεδόν κατάσταση την οποία οι άλλες εναλλακτικές πρέπει να υπερκεράσουν. Για τον απλούστατο λόγο ότι ενέχει πάντα το ρίσκο της κατάχρησης μιας ασύμμετρα μεγάλης ισχύος. Ακόμη και όταν η πιθανότητα αυτή μοιάζει μικρή, το κόστος της κατάχρησης θα είναι μη αναστρέψιμο για την ίδια την Δημοκρατία.

Αυτή η αρχή της προλητικής δυσπιστίας, φαίνεται πια αυτονόητα αδιαμφισβήτητη όσον αφορά τις εξουσίες του κράτους για την επιβολή του Νόμου και την διακυβέρνηση των δημοσίων πραγμάτων. Φαίνεται, κακώς, λιγότερο αυτονόητη σε θέματα όπως η παιδεία ή η οικονομία. Και δυστυχώς, ξεχνάμε πάντα πόσο σημαντική είναι για την μαζική ενημέρωση και τον πολιτισμό. Αυτό είναι μία ριψοκίνδυνη παράλειψη: οι δυνατότητες διαμόρφωσης, και κάποτε εξαπάτησης, της κοινής γνώμης, με τους ήπιους, και ακριβώς γι’αυτό αποτελεσματικούς, τρόπους του μαζικού πολιτισμού και της μαζικής ενημέρωσης, είναι τόσο αποτελεσματικές, που το ρίσκο της χρήσης τους από το κράτος – ακόμη και από ένα δημοκρατικό κράτος – είναι μεγάλο. Η καλά σχεδιασμένη, ενορχηστρωμένη χρήση της κρατικής ραδιοτηλεόρασης, του κρατικού πολιτισμού και του κρατικού αθλητισμού από το ορμητικό nouveau regime του ΠΑΣΟΚ του ’81 για μια-δυο ολόκληρες δεκαετίες, δεν είναι δα τόσο μακρινή ώστε να έχει πια ξεχαστεί. Διατείνομαι, ότι μπορεί και να μην είχαμε χρεωκοπήσει αν μια γενιά Ελλήνων δεν είχε διαπαιδαγωγηθεί με Λαυρεωτικά, Ρόκο Χοϊδά, Ρεπόρτερς, Σακοράφα και Βερούλη, Μαρκόπουλο, Μικρούτσικο και Λευτέρη Παπαδόπουλο. Ανάμεσα σε δελτία ειδήσεων της Έλλης Στάη και talk show της Δήμητρας Λιάνη.

Και μην βιαστείτε ν’απαντήσετε ότι όλα αυτά δεν ήταν τότε χειρότερα από την εμπορική τηλεόραση τώρα. Προτιμώ την φτήνεια από την οργανωμένη επέλαση. Ούτε άλλως τε αυτές οι πρακτικές έχουν εγκαταλειφθεί στο διάστημα, όπου η κρατική ραδιοτηλεόραση συνυπάρχει με τα ιδιωτικά μέσα. Είναι κάπως πιο σοφιστικέ και έχουν απλά μικρότερο ακροατήριο, ακριβώς επειδή υπάρχει όλη αυτή η ποικιλία και πολυφωνία ιδιωτικών μέσων ενημέρωσης. Αλλά αυτό σε τίποτα δεν μειώνει το ρίσκο της κατάχρησης, ενώ είναι εντελώς διαφορετικό, αν και πολύ σημαντικό επίσης, θέμα το πώς το κράτος μας ελέγχει συχνά και πολλά από αυτά τα ιδιωτικά μέσα μέσω μηχανισμών πολιτικής πατρωνείας και διαπλοκής.

Οι φιλελεύθερες Δημοκρατίες πρέπει να αντιμετωπίζουν δύσπιστα την κρατική ενημέρωση και για έναν πρόσθετο λειτουργικό λόγο. Ξέρουν ότι η εκάστοτε κυβέρνηση ελέγχει αναγκαστικά πολύ περισσότερα μέσα από τους πολιτικούς αντιπάλους της. Παρά τις συνταγματικές επιταγές και τις ποσοστώσεις του διακομματικού ΕΣΡ, η κάθε κυβέρνηση θα μπορεί πάντα να χρησιμοποιεί τα κρατικά μέσα προς όφελός της. Ο περιορισμός τους στο απολύτως αναγκαίο είναι και αυτός ένα προληπτικό μέτρο προσέγγισης του fair play στον πολιτικό ανταγωνισμό.

Η εύκολη απάντηση εδώ, αυτή της μη κρατικής, αλλά «ανεξάρτητης δημόσιας τηλεόρασης» διόλου δεν πείθει έναν – εξ’ορισμού – δύσπιστο φιλελεύθερο. Τα παραδείγματα που επικαλούνται οι ενθουσιώδεις θιασώτες της είναι λίγα, ακόμα και σε διεθνές επίπεδο, και ούτως ή άλλως αφορούν άλλες κοινωνίες και άλλες πολιτείες, με άλλες πολιτικές αξίες και άλλους θεσμούς. Το επιχείρημα ότι θα μπορούσε η ΕΡΤ – αυτή η ΕΡΤ που ξέρουμε! – να μετατραπεί σε BBC, με έναν αισιόδοξο νόμο και ένα διοικητικό συμβούλιο σοβαρών ανθρώπων, είναι φαιδρό και δικαιολογείται μόνο από την άγνοια του πλέγματος των μηχανισμών που διέπουν τα κυνικά παιχνίδια εξουσίας που παίζονται σε κάθε αυτοδιοικούμενο δημόσιο φέουδο. Το βλέπουμε άλλως τε σε οτιδήποτε δημόσιο και ελληνικό λειτουργεί με καθεστώς «ανεξαρτησίας»: τα Πανεπιστήμια, τους Δήμους και τις εταιρείες τους, τα πολυσχιδή Ιδρύματα, τις ΔΕΚΟ, τις εταιρείες του Δημοσίου, τα Επιμελητήρια. Γιατί να αποτελεί εξαίρεση η ΕΡΤ, ειδικά όταν το διακύβευμα είναι τόσο μεγάλο, οικονομικά και πολιτικά;

Σε όλες αυτές τις περιπτώσεις, αυτό που στην ουσία κρύβεται κάτω από την φενάκη της «ανεξαρτησίας» είναι ακόμη χειρότερο και ακόμη πιο αντιδημοκρατικό από την κρατική εξάρτηση· πρόκειται για τον έλεγχο δημοσίων μέσων και πόρων από οργανωμένες και οχυρωμένες ομάδες συμφερόντων. Στην περίπτωση της ΕΡΤ, από τους συνδικαλιστές της και την συντεχνία των δημοσιογράφων της. Για ένα τόσο ευαίσθητο για την Δημοκρατία θέμα, όπως είναι η ενημέρωση και ο Πολιτισμός, όταν είμαι δύσπιστος απέναντι στο δημοκρατικά ελεγχόμενο κράτος, δεν θα μπορούσα να είμαι λιγότερο δύσπιστος απέναντι σε μη ελέγξιμες δημοκρατικά συντεχνίες που όχι μόνο δεν λογοδοτούν, αλλά θεωρούν ηθικό δικαίωμα την ιδιοκτησία επί των δημοσίων πραγμάτων που μας υπέκλεψαν. Αυτό που εκλαμβάνουμε τελευταία ως «ανεξαρτησία» δεν είναι παρά η αντίδραση αυτών των οργανωμένων ομάδων, τώρα που ο ομφάλιος λώρος με τους πολιτικούς τους πάτρωνες κινδυνέυει να κοπεί λόγω οικονομικής και πολιτικής κρίσης.

Η απάντηση σε όλα αυτά, για έναν – εξ’ορισμού – δύσπιστο φιλελεύθερο δεν θα μπορούσε παρά να είναι η ελάχιστη αναγκαία δημόσια ραδιοτηλεόραση, όχι η μέγιστη δυνατή, όπως είναι τώρα το δήθεν προοδευτικό αίτημα. Και αν όλα αυτά σας φαίνονται θεωρητικά, σκεφτείτε ότι, ειδικά στην απρόβλεπτη πολιτική κρίση που ζούμε, η πιθανότητα να περάσει η Πολιτεία μας στον έλεγχο λαϊκιστικών – και άρα ρηχά δημοκρατικών – πολιτικών δυνάμεων, είναι ακόμα μικρή, αλλά πάντως δεν είναι καθόλου αμελητέα. Δεν θα ήθελα μια δημόσια τηλεόραση εθνικής εμβέλειας και εθνικής επιρροής, εργαλείο διαμόρφωσης γνώμης και πολιτισμού στην υπηρεσία τέτοιων πολιτικών. Η απάντηση και εδώ είναι λιγότερο κράτος. Και όχι μόνο για λόγους οικονομικούς.-

Γ.Φ.

Posted in Άρθρα. Bookmark the permalink. RSS feed for this post. Leave a trackback.

3 Responses to Η κρατική τηλεόραση είναι (λέει) πυλώνας της Δημοκρατίας

  1. Pingback: ΕΡΤ=BBC; Καινούργιο σύντομο ανέκδοτο | Δεμάτι

  2. Φιλελεύθεροι, προοδευτικοί, αριστεροί, δεξιοί… Λίγη κοινή λογική να είχαμε σε αυτή τη χώρα, θα καταλαβαίναμε ότι καμία από τις ταμπέλες αυτές δεν έχουν νόημα για μας, ειδικά στην παρούσα φάση. Το μόνο που χρειαζόμαστε είναι σοβαρότητα, σεβασμός για τον άλλο και δουλειά. Αν φιλελεύθερος είναι αυτός που πιστεύει ότι δε μπορεί ένας κρατικός οργανισμός να έχει αυτά τα τρία, δεν είμαι φιλελεύθερος. Αν ο προοδευτικός πιστεύει ότι η ΕΡΤ θα τα αποκτήσει μαγικά, αν προσληφθούν όλοι οι υπάλληλοι, δεν είμαι ούτε προοδευτικός.

  3. Pingback: Η κρατική τηλεόραση είναι (λέει) πυλώνας της Δημοκρατίας | ΜΟΙΡΟΓΝΩΜΟΝΙΟ

Σχόλια:

  • Facebook Page:

  • Εγγραφείτε:

    για παραλαβή νέων δημοσιεύσεων με e-mail

Swedish Greys - a WordPress theme from Nordic Themepark.