Θαλασσινοι η θλιβεροι γραφιαδες;

«Να αφήσουμε τα βρωμερά νερά των δικών μας αγκυροβολίων και να ανοιχτούμε με την εξυπνάδα και το πείσμα των παπούδων μας που ήταν έμποροι και καραβοκύρηδες. Να πακετάρουμε μέσα σε προϊόντα και υπηρεσίες και να εξάγουμε το μόνο που μας έχει απομείνει: γνώση, πείσμα, τόλμη και ελεύθερη σκέψη. Όχι φτηνά επιδοτούμενα αγροτικά προϊόντα.»

Οι Έλληνες περηφανευόμαστε πως είμαστε έθνος θαλασσινό. Πριν από όχι πολλά χρόνια, διαλέξαμε τελικά την γαλανόλευκη σημαία των πλοίων μας για σημαία μας, και στην τελετή έναρξης των ολυμπιακών αγώνων σχεδόν βουρκώσαμε, όταν το στάδιο έγινε πέλαγος για να πλεύσει ένα χάρτινο καραβάκι με ένα αγόρι ντυμένο ναυτάκι. Στην ναυτοσύνη μας, που κυλάει τάχα, ως προνομιακή γενετική μετάλλαξη, είπαμε, οφείλονται τα χρυσά μετάλλια των κοριτσιών στην ιστιοπλοϊα. Αγαπήσαμε και τραγουδήσαμε τους στίχους των ποιητών μας, που μιλούσαν για υπερωκεάνεια, αρχιπελάγη και μακρινά λιμάνια. Κι είμαστε περήφανοι για την πρώτη ναυτιλία στον πλανήτη, για τα καράβια της που διαπλέουν τους ωκεανούς και τα πελάγη, με ξένες σημαίες, κι ας μισούμε τους εφοπλιστές που τα χτίζουν. Κι ας είναι τα θρανία στις σχολές των καπεταναίων και των μηχανικών άδεια, αφού τα παιδιά μας μπορούν από άλλες σχολές να γίνουν θλιβεροί γραφιάδες και να διοριστούν. Κι ας κλείνουν οι συνδικαλιστές της “ναυτοσύνης” το λιμάνι για τον υπέρτατο αγνό αγώνα του εκβιασμού θέσεων εργασίας στα κρουαζιερόπλοια. Άλλως τε, δεν μιλάμε πια για ναυτικούς, αλλά για ναυτεργάτες.

Οι Έλληνες, είμαστε λέει έθνος θαλασσινών κι εμπόρων. Οι παππούδες μας, καραβοκύρηδες, όργωναν την Μάυρη Θάλασσα και την Μεσόγειο, έμποροι, έστηναν επιχειρήσεις στη Βάρνα και στην Οδησσό, στην Βιέννη και στην Βενετία, και μετά στην Αλεξάνδρεια, έστελναν στην Ευρώπη καραβάνια με το μετάξι και τα μυρωδικά της Ανατολής για να φέρουν πίσω τις γνώσεις, τις ιδέες και το χρήμα, που άναψαν μια Επανάσταση και γέννησαν ένα έθνος. Είμαστε περήφανοι για τις χαμένες μας πατρίδες, την Σμύρνη και την Πόλη, των Ελλήνων εμπόρων, την Αλεξάνδρεια και τον ποιητή της. Κι ήμασταν κρυφά περήφανοι όταν στους δρόμους των πρωτευουσών των Βαλκανίων βλέπαμε ελληνικές επιχειρήσεις, κι ας μάθαμε να μισούμε τους τους επιχειρηματίες που τις χτίζουν. Κι ας μην μαθαίνουμε στα παιδιά μας την αξία του να χτίζεις, αφού μπορούμε να τα κάνουμε θλιβερούς γραφιάδες, να τα στείλουμε σε φροντιστήριο για τις εξετάσεις του ΑΣΕΠ, να διοριστούν, και να γλυτώσουν από τις μεσαιωνικές συνθήκες του ιδιωτικού τομέα. Άλλως τε, όταν μιλάμε πια για επιχειρηματίες, φτάσαμε να εννοούμε μόνο τους εργολάβους του δημοσίου, τους συμβούλους διαχείρισης της ευρωπαϊκης ελεημοσύνης και τους μεταπράτες χρήματος και εξουσίας.  

Οι Έλληνες, είμαστε λέει έθνος οικουμενικό, ο Ελληνισμός είναι Μείζων λέμε, δεν περιοριζόταν ποτέ στα στενά όρια αυτού του κράτους. Ακόμα και στις πιο δύσκολες εποχές, οι πιο γενναίοι κι οι πιο ικανοί έφυγαν με μια βαλίτσα στην Αμερική, στην Αφρική και στην Αυστραλία, έστησαν δουλειές κι επιχειρήσεις, πάλεψαν και πρόκοψαν, την ίδια ώρα που οι εδώ συγγενείς τους ξαλάφρωναν κλαίγοντας την αδικία στα τραγούδια της άπονης ξενιτιάς του Καζαντζίδη και στις ταινίες του Ξανθόπουλου. Κι είμαστε περήφανοι για την δικιά μας Διασπορά. Στο δαιμόνιο της φυλής λέμε, που κι αυτό κυλάει τάχα, προνομιακά, στο αίμα μας, δεν μπορεί παρά να χρωστάνε την προκοπή τους, οι σπουδαίοι Έλληνες επιχειρηματίες, πολιτικοί κι επιστήμονες που διακρίνονται. Κι είμαστε περήφανοι, όταν τα δικά μας παιδιά της νέας Διασποράς, οι σύγχρονοι μετανάστες της γνώσης, της τεχνολογίας και της επιστήμης, ξεχωρίζουν. Κι ας ξεχνάμε ότι έφυγαν για να ξεφύγουν. Άλλωστε, τα δικά μας τα παιδιά δεν τα στέλνουμε στο εξωτερικό για να φέρουν πίσω τις ιδέες και τη γνώση που χρειαζόμαστε επειγόντως. Το πρόβλημά μας είναι η αναγνώριση των πτυχίων τους από το ΔΟΑΤΑΠ και τα επαγγελματικά δικαιώματα, ώστε να μπορούν να συμμετάσχουν στις εξετάσεις του ΑΣΕΠ, και να διοριστούν. Επί ίσοις όροις με τους εδώδιμα παραγόμενους θλιβερούς γραφιάδες. 

Και τώρα που η καταστροφή είναι επί θύραις, σαν έθνος οικουμενικό και θαλασσινό, έπρεπε να έχουμε το βλέμμα σταθερά προσηλωμένο στις γραμμές των οριζόντων της οικουμένης. Να αφήσουμε τα βρωμερά νερά των δικών μας αγκυροβολίων και να ανοιχτούμε με την εξυπνάδα και το πείσμα των παπούδων μας που ήταν έμποροι και καραβοκύρηδες. Να πακετάρουμε μέσα σε προϊόντα και υπηρεσίες και να εξάγουμε το μόνο που μας έχει απομείνει: γνώση, πείσμα, τόλμη και ελεύθερη σκέψη. Όχι φτηνά επιδοτούμενα αγροτικά προϊόντα.

Αλλά και στην γέφυρα του σκάφους και στις μηχανές, η θάλασσα θέλει καπεταναίους και μηχανικούς. Όχι θλιβερούς γραφιάδες.

GFa. tweeting as @gregoryfarmakis

 

Posted in Άρθρα. Bookmark the permalink. RSS feed for this post. Leave a trackback.

Σχόλια:

  • Facebook Page:

  • Εγγραφείτε:

    για παραλαβή νέων δημοσιεύσεων με e-mail

Swedish Greys - a WordPress theme from Nordic Themepark.