Επιστολες Καλων Προθεσεων

«Οι συμφωνημένοι στόχοι συνεπώς, και η απόδειξη της κρισιμότητας πιθανών πολιτικών σε σχέση με τους στόχους αυτούς, είναι και οι μόνοι περιορισμοί στην αρμοδιότητα των τεχνοκρατών – ή και της ίδιας της κυβέρνησης – να θέτουν προς διαπραγμάτευση απαιτήσεις νέων μέτρων ή δομικών μεταρρυθμίσεων. Ούτε το πεδίο εφαρμογής, ούτε οι θεσμοί, ούτε οι κραυγές περί εθνικής κυριαρχίας ή το αν αρνείται να αναγνωρίσει την τρόικα σύμπας ο Δικηγορικός Σύλλογος Αθηνών. Άλλως τε, σε μια διαπραγμάτευση, μπορείς πάντα να σηκωθείς από το τραπέζι και πτωχός πλην εθνικά υπερήφανος, να αποχωρήσεις.»

Στην επιστολή της 3ης Μαΐου 2010, η οποία έχει δεσμευτική φύση ως “Letter of Intent” (επιστολή πρόθεσης), και με την οποία η Ελλάδα, δια του Υπουργού Οικονομικών της κυβέρνησής της και του Διοικητή της Κεντρικής της Τράπεζας, ζητά από το Eurogroup, το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο και την Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα να την στηρίξουν από κοινού με 110 δις ευρώ, γίνεται αποδεκτή, όχι μόνο η τακτική αξιολόγηση της προόδου εφαρµογής του προγράµµατος, αλλά και «η επίτευξη συνεννόησης για τυχών πρόσθετα µέτρα τα οποία µπορεί να χρειασθούν για την υλοποίηση των στόχων». Στην επιστολή μάλιστα περιλαμβάνεται η ακόλουθη ρητή δήλωση: «Οι Ελληνικές αρχές […] παραµένουν σε ετοιµότητα ώστε να λάβουν τυχών επιπλέον µέτρα που µπορεί να κριθούν κατάλληλα για [την επίτευξη των στόχων του οικονοµικού προγράµµατος]. Οι αρχές θα συνεννοούνται µε το Ταµείο, σύµφωνα µε την ακολουθητέα πολιτική του επί αυτών των συνεννοήσεων, καθώς και µε την Ευρωπαϊκή Επιτροπή και την ΕΚΤ για την υιοθέτηση αυτών των µέτρων και πριν από κάθε αναθεώρηση των πολιτικών που περιέχονται στο Μνηµόνιο Οικονοµικής και Χρηµατοπιστωτικής Πολιτικής.» 

Σύμφωνα με τις διαδικασίες που προδιαγράφονται λεπτομερώς από τους κανονισμούς του ΔΝΤ όσον αφορά στον μηχανισμό Stand-by Agreement (SBA), δεν έχουμε συνεπώς συμφωνήσει παρά μόνο στους στόχους του Προγράμματος Οικονομικής Προσαρμογής, όπως αυτοί περιγράφονται στην ενότητα II, σημεία 5 και 6, του Μνημονίου Οικονομικής και Χρηματοπιστωτικής Πολιτικής (MEFP). Οι στόχοι αυτοί αποτελούν και το μοναδικό σταθερό πλαίσιο της επαναλαμβανόμενης διαπραγμάτευσης. Οι πολιτικές αντίθετα για την επίτευξη των μακροοικονομικών αυτών στόχων, και φυσικά τα μέτρα στα οποία αυτές εξειδικέυονται, όπως περιγράφονται στην ενότητα III του Μνημονίου, υπόκεινται εν δυνάμει σε συνεχή αναθεώρηση, βάσει της αξιολόγησης επίτευξης των στόχων. Με άλλα λόγια: το Μνημόνιο δεν είναι αποκλειστικά δεσμευτικό όσον αφορά στις πολιτικές και στα μέτρα· οτιδήποτε κρίνεται τεκμηριωμένα από οποιαδήποτε πλευρά ότι εξυπηρετεί την επίτευξη των στόχων, μπορεί να τεθεί σε διαπραγμάτευση, αν με τα μέτρα που έχουν μέχρι εκείνη την στιγμή συμφωνηθεί, η επίτευξη των στόχων είναι επισφαλής.

Εδώ υπάρχει και μία δεύτερη παρανόηση: ότι η κυβέρνηση έχει την αποκλειστική αρμοδιότητα της διαμόρφωσης πολιτικών ενώ η τρόικα περιορίζεται στον έλεγχο της εφικτότητας και της αποτελεσματικότητας των μέτρων αυτών, προκειμένου να συμφωνήσει ή όχι. Σχηματικά δηλαδή, ότι εμείς αποφασίζουμε πως θα πετύχουμε τους στόχους που συμφωνήσαμε. Ποιά είναι όμως η «ακολουθητέα πολιτική του [Ταμείου] επί αυτών των συνεννοήσεων», την οποία δεσμεύεται ρητά ο Υπουργός επί των Οικονομικών ότι θα ακολουθήσει; 

Σύμφωνα με τα επίσημα Guidelines for Conditionality του Ταμείου (τα οποία μάλιστα αναθεωρήθηκαν το 2002 για να δώσουν μεγαλύτερο ρόλο στις κυβερνήσεις), οι πολιτικές διαμορφώνονται από κοινού, με προτεραιότητα μεν, αλλά σε καμία περίπτωση με αποκλειστικότητα της κάθε κυβέρνησης. Και αυτό επειδή το Ταμείο δεν είναι τράπεζα· δεν το ενδιαφέρει μόνο να εισπράξει πίσω τα χρήματά του. Περισσότερο κι απ’αυτό, έχει πρωτίστως την αποστολή να συμβάλει με την τεχνογνωσία του στην διόρθωση των δομικών προβλημάτων που οδήγησαν ένα κράτος στην χρεωκοπία. Αν μάλιστα δει κανείς τις οδηγίες, με τις οποίες καλούνται να λειτουργήσουν οι εμπειρογνώμονες του Ταμείου που αναλαμβάνουν να συμμετάσχουν στην διαδικασία αυτή (Operational Guidance to IMF Staff on the 2002 Conditionality Guidelines), καταλαβαίνει αμέσως ότι στην πράξη οι πολιτικές και τα μέτρα διαμορφώνονται στην λεπτομέρειά τους με την συνεχή εμπλοκή των ειδικών του Ταμείου και βάσει της τεχνογνωσίας τους, πολύ πριν το τυπικό, συμβολικό ritual υποβολής από την κυβέρνηση του αναθεωρημένου Μνημονίου και του σχετικού αιτήματος αποδέσμευσης χρημάτων.

Η τρίτη παρανόηση είναι ότι η αρμοδιότητα της τρόικας αφορά μόνο στα δημοσιονομικά, η τουλάχιστον σε συγκεκριμένες δομικές μεταρρυθμίσεις που επιδρούν στα δημοσιονομικά, και όχι «οριζόντια» στην οικονομία. Πέραν του ότι αυτό θα ήταν προφανέστατα ανακόλουθο, αρκεί να διαβάσει κανείς ξανά τους στόχους που θέτει το μνημόνιο για να καταλάβει πόσο οριζόντιο είναι: «Οι δηµοσιονοµικές και εξωτερικές ανισορροπίες πρέπει να διορθωθούν. Η ταυτόχρονη αντιµετώπιση των δύο αυτών προβληµάτων αποτελεί µία πρόκληση η οποία απαιτεί ριζικό επαναπροσανατολισµό της οικονοµίας.» (II.5)

Στην περίπτωσή μας λοιπόν, οι δύο πλευρές έχουν ρητά συμφωνήσει σε στόχους, όπως π.χ. αυτός της «σημαντικής μείωσης του πληθωρισμού κάτω από τον μέσο όρο της Ευρωζώνης και της μείωσης του κόστους στην οικονομία». Έχουν επίσης συμφωνήσει ότι θα συζητούν τεκμηριωμένα σε κάθε μελλοντική αναθεώρηση, οποιοδήποτε μέτρο θα κρίνεται τότε αναγκαίο για αυτήν την μείωση του πληθωρισμού και του κόστους στην οικονομία. Και έχουμε δεσμευθεί ότι καμία χρηματοδότηση δεν θα γίνεται αν δεν υπάρξει συμφωνία. Εφ’ όσον ο στόχος αυτός δεν έχει προφανώς επιτευχθεί, αν οι «Υπάλληλοι», όπως τους απεκάλεσε μία υπουργός, κρίνουν ότι μέτρα όπως π.χ. η κατάργηση των φόρων υπέρ τρίτων ή του αγγελιοσήμου είναι κρίσιμα σε αυτήν την κατεύθυνση (με συγκεκριμένα κριτήρια κρισιμότητας – macro-criticality), έχουν βάσει της συμφωνίας μας, του καταστατικού του Ταμείου, και των κανονισμών του, τόσο την αρμοδιότητα, όσο και – κυρίως – την υποχρέωση να συμπεριλάβουν τέτοια μέτρα στην διαπραγμάτευση. Ανεξάρτητα από το αν έχουν ή όχι συμπεριληφθεί στο αρχικό μνημόνιο και ανεξάρτητα από το τι πιστεύει η κυβέρνηση. Φυσικά, η οποιαδήποτε απαίτηση για αναθεώρηση πολιτικών δεν μπορεί να είναι αυθάιρετη: πρέπει να αποδεικνύεται ότι ceteris paribus η εφαρμογή τους είναι κρίσιμη για την επίτευξη των στόχων, συγκριτικά με την μη εφαρμογή τους.

Οι συμφωνημένοι στόχοι συνεπώς, και η απόδειξη της «μακρο-κρισιμότητας» πιθανών πολιτικών σε σχέση με τους στόχους αυτούς, είναι και οι μόνοι περιορισμοί στην αρμοδιότητα των τεχνοκρατών – ή και της ίδιας της κυβέρνησης – να θέτουν προς διαπραγμάτευση απαιτήσεις νέων μέτρων ή δομικών μεταρρυθμίσεων. Ούτε το πεδίο εφαρμογής, ούτε οι θεσμοί, ούτε οι κραυγές περί εθνικής κυριαρχίας ή το αν αρνείται να αναγνωρίσει την τρόικα σύμπας ο Δικηγορικός Σύλλογος Αθηνών. Άλλως τε, σε μια διαπραγμάτευση, μπορείς πάντα να σηκωθείς από το τραπέζι και πτωχός πλην εθνικά υπερήφανος, να αποχωρήσεις.

ΓΦ

Posted in Άρθρα. Bookmark the permalink. RSS feed for this post. Leave a trackback.

Σχόλια:

  • Facebook Page:

  • Εγγραφείτε:

    για παραλαβή νέων δημοσιεύσεων με e-mail

Swedish Greys - a WordPress theme from Nordic Themepark.