Απάντηση απο το Λουξεμβούργο

Λουξεμβούργο, 1.10.2011 – Αθήνα, 7.10.2011

Όταν έλαβα την επιστολή σου, Βίβιαν, είχα μόλις επιστρέψει από μία έκθεση, που λες και διοργανώθηκε για να περιπαίξει όλους τους καθ’ημάς νοσταλγούς της ενάρετης πενίας. Η απαστράπτουσα πρόσοψη του Musée d’Histoire de la Ville de Luxembourg είχε επί τούτου διακοσμηθεί με απλωμένα ρούχα σε ομοιόματα μισογκρεμισμένων παραθύρων, που αποκάλυπταν με τη σειρά τους φωτογραφίες φτωχικών δωματίων. Αλλά στο εσωτερικό του, η έκθεση «Le pauvre Luxembourg», αφιερωμένη στην φτώχεια που μαράζωνε την πόλη, και μαζί της όλη την Ευρώπη, μέχρι την δεκαετία του 1950, δεν είχε ούτε ίχνος νοσταλγίας για τις χαμένες αξίες του παρελθόντος. Το αντίθετο.

Είχα ήδη διαβάσει την προηγούμενη ημέρα το σχόλιο στο «Βήμα» του Αντώνη Καρακούση στο οποίο αναφέρεσαι, καθώς και το άρθρο του Κώστα Βαξεβάνη στην «LIFO». Στο ένα χαιρετιζόταν, ως σύμβολο επιστροφής στην χαμένη σύνεση, η επιστροφή της γυναίκας – νοικοκυράς στην κουζίνα. Στο άλλο, η αναμενόμενη κατακρήμνισή της από τις «αφόρετες γόβες όπου προσπαθούσε να ισορροπήσει», πάντα μέσα σε ένα σκηνικό λαϊκής γειτονιάς, κατευθείαν βγαλμένο από οικογενειακή σειρά της ασπρόμαυρης κρατικής ΕΡΤ της δεκαετίας του 70. Μιας γειτονιάς μάλιστα που, όπως διάβασα, δεν θα έχει μαγαζιά για περιττές πολυτέλειες, αλλά «μόνο φούρνο, που πουλάει είδος ανάγκης». Φαντάζομαι με ένα είδος ψωμιού, κι αυτό σε διατίμηση· όχι βέβαια σαν αυτόν στην παλιά πόλη, με τα δεκάδες διαφορετικά τυριά και κρασιά, όπου είχα μόλις σταθεί για να τσιμπήσω κάτι λιτό, υπακούοντας στην προτροπή για εγκράτεια.  

Στο κατά τ’άλλα καλό πρώτο άρθρο, κόντεψα να πνιγώ με το εξαίρετο Muscadet που δοκίμαζα, όταν κατάπια κατά λάθος μαζί και μερικές από τις καλύτερες «νέες αξίες που θα αναδείξει η κρίση» στην θέση του «ανέμελου υπερκαταναλωτισμού». Αλλά ήταν στο άλλο που μου κάθησε το αλσατικό φουά γκρα στο λαιμό, για το οποίο θα με σκότωναν ευχαρίστως αρκετοί οικοκήρυκες -αλλά αυτό είναι μια συζήτηση για άλλου είδους ηθικολογία- όταν διάβασα για «τεχνητές ανάγκες». Ίσως επειδή είμαι πια αρκετά κυνικός για να ξέρω ότι οι αξίες και η ηθική διαμορφώνονται από τις συνθήκες· αλλά μπορούν να γίνουν επικίνδυνες μέχρις αίματος αν τις αξιολογήσουμε ηθικά και τις χρησιμοποιήσουμε για να διαμορφώσουν συνθήκες. Ίσως επειδή ποτέ δεν κατάλαβα πως μπορεί μια ανάγκη να είναι τεχνητή και αρνούμαι και την ιδέα ακόμη ότι κάποιος ξέρει τις ανάγκες μου καλύτερα από μένα τον ίδιο. Αλλά μάλλον, ίσως πάλι επειδή λατρεύω οι γυναίκες να φοράνε γόβες, και ξέρω ότι ισορροπούν μια χαρά πάνω τους.

Δεν θέλω καν να επεκτείνω τα επιχειρήματα που πολύ σωστά παραθέτεις· ότι δηλαδή η ηθικολογία και η δαιμονοποίηση της κατανάλωσης μας αποπροσανατολίζουν από την ουσιαστική συζήτηση περί θεσμών, και άρα από την διάγνωση του προβλήματος· ούτε καν το ότι χάρη στην αγορά και στην κατανάλωση χαιρόμαστε – πολλοί και φτηνά – την ηδονή της κουλτούρας και το ξάφνιασμα της καινοτομίας. Το να κηρύττεις την καταπίεση της πιο φυσιολογικής συμπεριφοράς των ανθρώπων και την μόνιμη επιστροφή στην εγκράτεια, ως αντίδοτο στην κρίση – αντί να την υπομείνεις προσωρινά ως σύμπτωμα – είναι σαν να κυρήττεις την σεξουαλική αποχή για την αντιμετώπιση του AIDS στην Αφρική, ως άλλος καθολικός Πάπας. Δεν θα πείσουμε άλλως τε κανέναν από αυτούς που θεωρούν π.χ. τον πολιτισμό δημόσιο αγαθό και όχι προϊόν, ότι όταν μπει σε διατίμηση, γίνεται τόσο άνοστος όσο και το ψωμί της διατίμησης που σου έλεγα παραπάνω. Ίσως γιατί δεν καταλαβαίνουν την διαφορά στη γεύση.        

Θα σταθώ όμως στην υπόρρητη χαρά και των δύο άρθρων για την επιστροφή στις καταναγκαστικές αξίες της πενίας. Ποιό αίσθημα ύστερης δικαίωσης ποιών καταδικασμένων ιδεών μπορεί να σε κάνει να χαίρεσαι όταν οι συμπολίτες σου ζουν χειρότερα από αυτό που οι ίδιοι επιλέγουν να θέλουν; Ποιο δασκαλίστικο απωθημένο μπορεί να σε κάνει να τους λες ότι τάχα αυτή, τώρα, είναι η ζωή που ώφειλαν να διάγουν; Ότι δηλαδή ήταν οι επιθυμίες τους ψεύτικες, κι όχι ο τρόπος που τις πραγμάτωναν λανθασμένος; Ότι σε τελευταία ανάλυση δεν χρειάζεται να δουλέψουμε σωστά και ορθολογικά για να ζούμε καλύτερα, αφού αρκεί -παρά φύσει- να ξαναορίσουμε το καλύτερα σε πιο βολικά επίπεδα;

Φοβάμαι έτσι ότι η παπαδίστικη ηθικολογία της ένοχης κατανάλωσης δεν πηγάζει από την εξωραϊσμένη εικόνα του φτωχού αλλά έντιμου παρελθόντος μιας Ελλάδας, που δεν είχε ακόμη τάχα διαφθαρεί από τον ατομισμό της αγοράς. Αν ήταν έτσι, θα ήταν φολκλόρ, και συνεπώς άνοστο αλλά ακίνδυνο, κάτι σαν αφιέρωμα της ΕΡΤ στο λαϊκό τραγούδι με τον Λευτέρη Παπαδόπουλο δηλαδή. Χειρότερα από αυτό, βλέπω τα αντιδραστικά αντανακλαστικά μιας κοινωνίας που αντί να δει ότι πρέπει να αλλάξει για να καταφέρει να κάνει ξανά τη ζωή της καλύτερη, είναι έτοιμη να αποδεχθεί την ζωή της ακόμη χειρότερη φτάνει να μην αλλάξει. Δεν έχω καταλήξει αν αυτό οφείλεται στο ορθόδοξο παρελθόν μας ή στην πιο προσφατη νίκη της Αριστεράς στον Εμφύλιο. Αλλά μάλλον είναι το ίδιο τελικά.

Έχεις δίκιο, Βίβιαν, όλοι νοιώθουμε πως αναδύεται ένας καινούργιος κόσμος και δεν είναι πρέπον να βγούμε να τον υποδεχθούμε με παλιά ρούχα. Φοβάμαι όμως πως την τελευταία φορά που έγινε αυτό στην ιστορία, οι άνθρωποι ήταν πρόθυμοι να δοκιμάσουν πολύ κακοραμένα και ομοιόμορφα ρούχα, πριν καταλάβουν πόσο στενάχωρα τους έρχονταν. Το ξέρεις άλλως τε, όταν είναι για μόδα, εγώ προτιμώ την κλασσική κομψότητα.

Σε ασπάζομαι (τρεις φορές όπως κάνουν εδώ),

 

Γ.Φ.

 

ΥΓ. Εδώ πήγα επίσης στο Mudam, στο υπέροχο κτήριο που έχτισε ο Ι.Μ.Πεϊ για το Musée d’Art Moderne· πρέπει να το δεις, περισσότερο για το κτήριο και λιγότερο για τα εκθέματα, είναι η αλήθεια. Θυμήθηκα ότι πριν κάποια χρόνια δεν τον αφήσαμε να χτίσει ένα ακόμη πιο όμορφο μουσείο σε μια αλάνα στη Ριζάρη για να μην κόψει λέει μερικά δέντρα.

 

 

 

 

 

 

 

Posted in Σχόλια. Bookmark the permalink. RSS feed for this post. Leave a trackback.

Σχόλια:

  • Facebook Page:

  • Εγγραφείτε:

    για παραλαβή νέων δημοσιεύσεων με e-mail

Swedish Greys - a WordPress theme from Nordic Themepark.