Tag archives for Πολιτική

Περιορίζει ο νόμος την ελευθερία ή η ελευθερία τον νόμο;

(Δημοσιεύτηκε στο The Book’s Journal, τεύχος 78, Ιούνιος 2017)

Η δίωξη της Σώτης Τριανταφύλλου, ο αντιρατσιστικός νόμος και η προσέγγιση του Ronald Dworkin για τα όρια της ελευθερίας του λόγου.


 

Κάθε φορά που αναδύεται στον δημόσιο διάλογο ένα θέμα που άπτεται της ελευθερίας του λόγου, η συχνή και εύκολη απάντηση αρθρογράφων και σχολιαστών στην επίκληση του δικαιώματος στην ελεύθερη έκφραση, είναι ότι τα δικαιώματα δεν μπορούν να είναι απόλυτα και ότι είναι εύλογο να τίθενται από τον Νόμο όρια στην άσκησή τους. Όπως όμως συμβαίνει συχνά με την κοινή λογική στον δημόσιο διάλογο, η απάντηση αυτή, με την προφανή και «αυταπόδεικτη» αλήθεια της, βιάζεται να κλείσει το θέμα πριν προλάβουν να αναδυθούν τα ερωτήματα που η ίδια δημιουργεί. Γιατί αν ο περιορισμός – και άρα ο ορισμός – των δικαιωμάτων είναι απλά θέμα απόφασης μιας κοινωνίας και των νόμων που θεσμοθετεί σύμφωνα μάλιστα με το Zeitgeist, το «πνεύμα των καιρών», όπως πρόσφατα διάβασα, τότε η ίδια η έννοια του δικαιώματος αναιρείται, αδειάζει από κάθε περιεχόμενο και καταντάει μια κενή νοήματος ταυτολογία: δικαίωμα καταντάει τότε απλά, αυτό που σου επιτρέπεται να κάνεις.

Continue reading »

| Leave a comment

«Η κακιά μοίρα της Ελλάδας θα είναι το να σέρνεται στο τέλμα για δεκαετίες. Αυτό να φοβάστε»

Πριν κάποια χρόνια, στις αρχές ακόμα αυτής της περιπέτειας, είχα την εξαιρετική τύχη και τιμή να έχω μια προσωπική, μεγάλη και πολύ ουσιαστική συζήτηση με τον Κωνσταντίνο Μητσοτάκη. Τον είχα ρωτήσει για την καταστροφή που έβλεπα να ερχόταν. Θυμάμαι ακόμα αυτολεξεί την απάντησή του: «Αγαπητέ, το πρόβλημα δεν είναι η καταστροφή. Ζήσαμε καταστροφές και βρήκαμε την δύναμη να τις ξεπεράσουμε. Η κακιά μοίρα της Ελλάδας θα είναι το να σέρνεται στο τέλμα για δεκαετίες. Αυτό να φοβάστε». Και βλέπω σήμερα μια ανύπαρκτη – ηθικά και πολιτικά – κυβέρνηση, να εξαντλεί την μικρόνοη πονηριά της στο να προπαγανδίσει ως επιτυχία την άτακτη υποχώρησή της. Βλέπω τους αμήχανους – πολιτικά και ιστορικά – εταίρους μας να σπρώχνουν το πρόβλημα λίγο παρακάτω, να κερδίζουν λίγο ακόμα χρόνο, όπως κάνουν πάντα άλλως τε, και για οποιοδήποτε θέμα, βλέπω εμάς να χαριτολογούμε – με αυτή την παιγνιώδη διάθεση που φέρνει η ανακούφιση – επειδή αποφύγαμε τα χειρότερα. Τέτοια μιζέρια. Από την μια μια κυβέρνηση που θα βυθίζει την χώρα στο τέλμα προσπαθώντας να κρατηθεί κυνικά στην εξουσία δίνοντας τις μάχες οπισθοφυλακών της πελατείας της. Από την άλλη οι εταίροι μας, που μας αντιμετωπίζουν πια μόνο ως πρόβλημα προς διαχείριση: τόσο τα πλεονάσματα, τόσο τα χρεωλύσια, τόσες περικοπές, πάμε παρακάτω. Για ουσιαστικές μεταρρυθμίσεις κουβέντα καμιά. Και λείπει στη μέση αυτό το σχέδιο που – με σκληρή δουλειά, ναι, αλλά σκληρή δουλειά για έναν στόχο άλλον από την μίζερη επιβίωση μέρα με την μέρα – θα ξανακάνει κάποτε την Ελλάδα ένα κράτος που θα δίνει όνειρα και ευκαιρίες στους ανθρώπους της. Θα τους ξαναδίνει το περιβάλλον να κυνηγούν την ευτυχία τους. Και αυτά δεν γίνονται με δημοσιονομικά αλισβερίσια. Θέλουν μια ήρεμη επανάσταση. Καθημερινή μεν. Επανάσταση όμως, που θα αλλάξει όλα αυτά για τα οποία κουβέντα δεν γίνεται στα eurogroup, στα «prior actions», στα μέτρα των μνημονίων, στις αναλύσεις βιωσιμότητας του χρέους, στις κατ’όνομα μόνο μεταρρυθμίσεις. Δεν μπορούμε να ξοδέψουμε αυτή την γενιά στο τέλμα. Και δεν έχουμε το ηθικό δικαίωμα να ξοδέψουμε και την επόμενη, εμείς που κομπάζουμε ότι καμιά θυσία δεν μας πτοεί για τα παιδιά μας. Αλλά είναι μόνοι μας που θα το αποφασίσουμε και θα το καταφέρουμε. Είμαι σίγουρος ότι ο σοφός Πολιτικός – άξιος μιας γενιάς που έχτισε μια ισοπεδωμένη Ελλάδα από την αρχή – θέλει να διαψεύσουμε τους φόβους του. Μένει να το αποδείξουμε. Αλλά πρώτα πρέπει να αποφασίσουμε την Ελλάδα που θέλουμε και να την ονειρευτούμε χειροπιαστά. Αυτή είναι η συζήτηση που δεν γίνεται πια από κανέναν και αυτό είναι που μας στέρησε τα τελευταία χρόνια η μικροπολιτική της αέναης διαπραγμάτευσης. Αυτή είναι και η μεγάλη πρόκληση για όποιον έρθει στην βάρδια στην γέφυρα του σκάφους, αργά ή γρήγορα, την επόμενη μέρα. Όλα τα υπόλοιπα είναι το τέλμα που πρέπει ν’αφήσουμε πίσω μας.

ΓΦα

| Leave a comment

Λάθος γιατρέ. Είναι ο λαϊκισμός που είναι κολλητικός.

Αυτό που πραγματικά εννούσε ο Γιακουμάτος είναι πολύ πιο αντιδραστικό και πολιτικό απεχθές από αυτό που, όπως διαβάζω, νομίζετε οι περισσότεροι ότι εννοούσε. Δεν είναι ούτε τόσο χαζός, ούτε τόσο αγράμματος. Ομαδοποίησε ανθρώπους βάσει της σεξουαλικής τους συμπεριφοράς, και μετά στοχοποίησε την ομάδα αυτή ότι εκμεταλλεύεται πονηρά αυτό το χαρακτηριστικό της για να «ανέβει» κοινωνικά και να αποκτήσει ισχύ ως ομάδα, και με τον τρόπο αυτό «προσηλυτίζει» τάχα διά του συνειδητού μιμητισμού. Ήξερε που απευθύνεται. Κάντε ένα γύρο στις ομάδες της νέας «Δεξιάς», της Alt-Right, και των εν Ελλάδι φτωχοθαυμαστών καημένων του υπαρκτού πλέον τραμπισμού, και θα δείτε το μοτίβο αυτό να επαναλαμβάνεται σε παραλλαγές. Οι άνθρωποι αυτοί μπορούν να υπάρξουν πολιτικά και αποκτούν πολιτική ταυτότητα μόνο κατασκευάζοντας οργανωμένουνς τάχα εχθρούς. Ξεχωρίζουν και αξιοποιούν για αυτό τα πιο ζωώδη ένστικτα του πνευματικά ακατέργαστου ακροατηρίου τους, τα αναγουν σε κριτήριο λαϊκότητας και αυθεντικότητας και τα ταϊζουν για να τα φουσκώσουν: τις θεωρίες συνωμοσίας, τους εχθρούς του απλού, «αυθεντικού» λαού, που με υπόγειους τρόπους συσπειρώνονται τάχα για να έχουν κοινωνική ισχύ και να κερδίζουν προνόμια. Έτσι αυτοανακηρύσσονται σήμερα σε εκφραστές του λαού προδοκώντας αύριο αυτός να τους ανακηρύξει σε προστάτες του. Δεν είναι καθόλου τυχαίο, ότι ακόμα και εδώ στα κοινωνικά μέσα, λες και συντονισμένα, διαβάζει κανείς όλο και πιο συχνά σχεδόν ταυτόσημες σοβαροφανείς αναλύσεις κατά αυτού που αντιλαμβάνονται ως ελιτισμό ή χιουμοριστικά – επιπέδου νηπιαγωγίου – κείμενα που τάχα τον σατιρίζουν. Αλλά πέρα από το ευρύτερο πολιτικό θέμα υπάρχει και ένα πολιτικά πρακτικό πρόβλημα: η συγγνώμη που – μπράβο του – απαίτησε ο Κυριάκος Μητσοτάκης και που έδωσε ο Γιακουμάτος, δεν αρκούν. Η μοντέρνα κεντροδεξιά παράταξη που θέλουν να φτιάξουν ο Κυριάκος Μητσοτάκης και οι δυνάμεις της πραγματικής κοινωνίας που στοιχήθηκαν δίπλα του, μια κεντροδεξιά μετριοπαθής και συντηρητική με τον αστικό τρόπο και όχι αντιδραστική με τον χωριάτικο παρωχημένο βαλκανισμό των νεοδεξιών, θα είναι το μεγαλύτερο εμπόδιο στην πολιτική τους επιβίωση. Γι’αυτό θα τον πλαγιοκοπούν φανερά και κρυφά σε κάθε ευκαιρία. Και πρέπει ο ίδιος να μην το ξεχνά: ότι όλα αυτά, από τις σακούλες του μωλ μέχρι την χυδαιότητα στα social media και την καλλιέργεια του αντιελιτισμού, δεν είναι μεμονωμένες γραφικότητες.

ΓΦα

| 1 Comment

Κύπρος: χάρτες, σύνορα και όρια

Η κατάθεση χαρτών στις διαπραγματεύσεις για το Κυπριακό δεν είναι μόνο ιστορική στιγμή. Είναι και συμβολική. Στην ψηφιακή εποχή μας όπου οι elites deterritorialisées (οι αποκομμένες από την γη ελίτ, όπως τις αποκαλεί ο Taguieff) ή οι digital nomads, οι ψηφιακοί νομάδες της νέας οικονομίας, θεωρούν αυτάρεσκα ότι τα σύνορα δεν τους αφορούν, ο χάρτης, αυτό το αρχαίο σύμβολο γης μας υπενθυμίζει πόσο οι ζωές των ανθρώπων είναι συνδεδεμένες μαζί της. Όταν η γη γίνει διαφιλονεικούμενη μας θυμίζει και πόσο το body politic αποκτά υπόσταση μέσα στα σύνορα και δεν έχει νόημα χωρίς αυτά: είναι μέχρι εκεί που ισχύουν οι νόμοι μας και οι αποφάσεις των δημοκρατιών μας, είναι αυτά που κάνουν συχνά την διαφορά ανάμεσα στην προστασία και τον κίνδυνο, την ελευθερία και τον αυταρχισμό. Οι Τούρκοι φυγάδες περνώντας τα σύνορα με εκείνο το ελικόπτερο δεν ξέφυγαν απλά από τους διώκτες τους: αφέθηκαν στην προστασία των δικών μας νόμων. Και για αυτό είναι τραγική η μοίρα των προσφύγων, των αθώων της ανθρωπότητας όπως τους αποκαλεί η Άρεντ, γιατί είναι στην κενή ζώνη ανάμεσα στα σύνορα που πέρασαν για να ξεφύγουν και σε αυτά που στην πραγματικότητα δεν έχουν ακόμα διαβεί παρά μόνο γεωγραφικά, γιατί ακόμα δεν έχουν την πλήρη προστασία τους. Αυτοί οι χάρτες που ανταλλάχτηκαν στην Γενεύη, μπορεί να είναι τυπικά προτάσεις για την έκταση της αρμοδιότητας των δύο κοινοτήτων. Αλλά στην ουσία είναι σύμβολα ενός βήματος για την κατάργηση ενός βάρβαρου ορίου – και όχι για την συμφωνία χάραξης ενός συνόρου: της κατάργησης του ορίου που περιορίζει την ισχύ των νόμων της Δημοκρατίας μέσα στα συνορά της, που περιορίζει την προστασία που αυτή παρέχει στους πολίτες της, που περιορίζει την ισχύ του με πολύ κόπο κεκτημένου της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Και αυτό αφορά τους πολίτες και των δύο πλευρών. Φοβάμαι ότι αυτό είναι που δεν μπορούν να καταλάβουν οι πατριδοκάπηλοι και των δύο πλευρών. Αυτοί που βλέπουν τα σύνορα ως περίφραξη ιδιοκτησίας και όχι ως πεδίο ισχύος της Δημοκρατίας, και έτσι σε αυτούς τους χάρτες θα δουν την χάραξη ενός συνόρου και όχι την κατάργηση του ορίου που την καταργεί σε ένα μέρος του νησιού.

GFa

| Leave a comment

Ο φοίνικας κι η στρουθοκάμηλος

Η ελληνική κουτοπονηριά – αλλά και εθελοτυφλία – στα καλύτερά της. Μειώσαμε το ονομαστικό πλήθος των δημοσίων υπαλλήλων, απλά βαφτίζοντας «συνταξιούχους» 200.000 από αυτούς, και στέλνοντάς τους σπίτι τους, στα 50 τους, να πληρώνονται για να κάνουν ότι έκαναν και στις υπηρεσίες τους. Έτσι οι δαπάνες κρατικής μισθοδοσίας είναι λέει πια συγκρίσιμες με την ευρωπαϊκή πρακτική. Και βλέπει κάποιος που δεν ξέρει τα στατιστικά συντάξεων «γήρατος» και αναρωτιέται πόσοι είναι οι γέροντες στην Ελλάδα και πληρώνουμε μιάμιση φορά τις συντάξεις που πληρώνουν τα άλλα ευρωπαϊκά κράτη. Όταν λοιπόν μου λέτε ότι το δημόσιο «δεν είναι μεγάλο αλλά απλά αναποτελεσματικό», εγώ θα αθροίζω και τους πρόωρους «συνταξιούχους» του, έτσι για να ξέρουμε τι λέμε και τι συγκρίνουμε με τι. Για να μην πάμε στην ανοησία ότι μια χρεωκοπημένη χώρα δικαιούται τάχα να έχει αναλογικά όσο δημόσιο τομέα έχει και μια σοβαρή πλούσια χώρα, γιατί αυτό υπονοούν όσοι συγκρίνουν κρατικές δαπάνες. Οι πρόγονοί μας είχαν διαλέξει για σύμβολο του κράτους που έφτιαξαν τον φοίνικα που αναγεννάται από τις στάχτες του. Εμείς βάλαμε στην θέση του μια στρουθοκάμηλο που κρύβει το κεφάλι της στην άμμο για να μην βλέπει τον κίνδυνο.

GFa

| Leave a comment

Τέλος και στις πολιτικές αυταπάτες

Η χθεσινή παρουσία του Κυριάκου Μητσοτάκη, δεν έδωσε μόνο την προοπτική ενός πρωθυπουργού εν αναμονή με μια στιβαρή εναλλακτική πολιτική πρόταση. Πέρα από τις οικονομικές αυταπάτες, έδωσε τέλος και σε μια σειρά από πολιτικές αυταπάτες, και αυτό θα αποδειχτεί εξίσου σημαντικό προαπαιτούμενο για την υπέρβαση αυτής της εθνικής μας περιπέτειας.

Πρώτη απ’όλες την εύπεπτη πολιτική αυταπάτη περί παλιού και νέου, η αυταπάτη περί χρεωκοπίας τάχα του παλιού πολιτικού συστήματος και ανάγκης «νέων» πολιτικών σχηματισμών και πολιτικών σταρτ-απ. Ο νέος αρχηγός ενός παλιού κόμματος, που κατάφερε να συμβολίσει το «νέο» όχι μόνο με έναν σύγχρονο, πραγματιστικό και μετριοπαθή πολιτικό λόγο, αλλά και με την ίδια του την παρουσία, είναι παρ´ όλα αυτά ο αρχηγός ενός παλιού θεσμικού κόμματος με ιστορία και συνέχεια. Και είναι ακριβώς αυτή η θεσμικότητα, η ιστορία και η συνέχεια που δίνει βάρος και παρεμβατικότητα στον πολιτικό λόγο, γιατί του δίνει την προοπτική να γίνει πολιτική πράξη με την υποστήριξη των πολλών. Οι ίδιες ή παρόμοιες πολιτικές προτάσεις είχαν λίγο πολύ ακουστεί και από νεοφυή πολιτικά έμβρυα και άφηναν δικαίως την κοινωνία αδιάφορη ως ασκήσεις επί χάρτου και έπεα πτερόεντα, γιατί δεν είχαν, δεν θέλησαν μέσα στην υπεροψία τους να έχουν, αυτή την βιωματική σχέση με την κοινωνία που κάνει την πραγματική πολιτική. Δεν είναι μόνο ότι το νέο που ζητούσαμε γεννήθηκε – και μάλιστα θεσμικά και χωρίς ωδίνες – μέσα από το παλιό που απαξιώναμε. Είναι ότι το παλιό στηρίζει το νέο και του εξασφαλίζει τον λόγο ύπαρξής του. Οι τρείς προηγούμενοι αρχηγοί στην πρώτη σειρά συμβόλιζαν ακριβώς αυτή την συνέχεια και την θεσμικότητα.

Έπειτα η τρέντυ πολιτική αυταπάτη της υπέρβασης τάχα της ιδεολογίας, του άξονα αριστερά-δεξιά που είναι τάχα παρωχημένος, της πολιτικής «των προβλημάτων και όχι των ιδεών», της «πολιτικής χωρίς πολιτικούς» και όλων αυτών των ανιστόρητων και ρηχών αφορισμών που απαιτούσαν να γίνουν πολιτική θεωρία ενώ ήταν πρόχειρο πολιτικό μάρκετιγκ. Ο πρόεδρος της ΝΔ, ενώ θα μπορούσε εύκολα να ντυθεί το τεχνοκρατικό του προφίλ, έδωσε όμως ένα σαφέστατο ιδεολογικό στίγμα. Όχι μόνο με ρητές δηλώσεις ιδεολογικής ταυτότητας αλλά και μέσα από συγκεκριμένες προτάσεις, που όχι μόνο δεν ήταν στρογγυλεμένες και τεχνοκρατικά αποστειρωμένες, αλλά με κοφτερές ιδεολογικές γωνιές. Σκεφτείτε μόνο πόσο κόκκινο πανί είναι η πρόταση για τα voucher σε ιδιωτικούς παιδικούς σταθμούς (αντί για την υπόσχεση προσλήψεων στους δημόσιους) ή η μείωση της υποχρεωτικής εισφοράς στην κρατική ραδιοτηλεόραση και η απαίτηση να λειτουργεί ανταγωνιστικά στην αγορά.

Τέλος, η πολιτική αυταπάτη της συναίνεσης. Ο πρόεδρος της ΝΔ απευθύνθηκε σε όλους τους Έλληνες, αλλά ζητώντας τους να έρθουν αυτοί να στηρίξουν τις θέσεις, τις προτάσεις και τις ιδέες της παράταξής του γιατί είναι καλύτερες, και όχι ψάχνοντας αμήχανα τον συμβιβασμό σε μια μέση οδό, το παζάρι της μέσης λύσης, μια εθνική τάχα ενότητα που θα είναι η ενότητα του συμβιβασμού και του ελάχιστου κοινού παρονομαστή. Γιατί αυτό είναι η ειλικρινής πολιτική αντιπαράθεση σε μια δημοκρατία, ο σκληρός ανταγωνισμός των ιδεών και της πολιτικής πράξης και δημοκρατία έχουμε για να αποφασίζουμε αυτά στα οποία διαφωνούμε θεμελιωδώς, όχι για να συμφωνούμε απλά κατεβάζοντας τον πήχυ.

Η παρουσία του Προέδρου της ΝΔ στην ΔΕΘ είχε σαν σύνθημα το τέλος στις απάτες και στις αυταπάτες. Οι απάτες είναι αυτές του λαϊκισμού των υποσχέσεων. Οι αυταπάτες όμως δεν είναι μόνο οι προφανείς, αυτές που έχουν να κάνουν με την αδυσώπητη οικονομική πραγματικότητα. Αλλά και αυτές που εγκλώβισαν για καιρό το πιο δυναμικό ίσως και εξωστρεφές κομμάτι της κοινωνίας σε μια λαθεμένη πολιτική αντίληψη, ξοδεύοντας πολύτιμη πολιτική πράξη. Όσοι γινόμασταν δυσάρεστοι αναδεικνύοντάς τες, κόντρα σε μοδάτες μετα-πολιτικές κατηχήσεις, δεν μπορεί παρά χτες το βράδυ να αισθανθήκαμε δικαιωμένοι.

| Leave a comment

Πολυφωνία

Σε όλη την προσχηματική συζήτηση για την πολυφωνία στα μέσα ενημέρωσης, όπου το καθεστώς προσπαθεί να μας πείσει ότι η πολυφωνία δεν πλήττεται από τον περιορισμό του πλήθους των μέσων, υπονοείται μια ανόητη θέση που είναι όμως διαδεδομένη αντίληψη: ότι ένα μέσο ενημέρωσης οφείλει τάχα να είναι πολυφωνικό, ουδέτερο και «αντικειμενικό», να φιλοξενεί ισότιμα όλες τις απόψεις, να δίνει βήμα σε όλες τις πολιτικές τάσεις, και άλλες ανοησίες. Και ενώ κανείς δεν το απαιτεί αυτό από τις εφημερίδες – οι οποίες ιστορικά έχουν την πολιτική τους ταύτιση και πολύ καλά κάνουν – όχι μόνο απαιτείται από τα τηλεοπτικά μέσα αλλά πολλοί θεωρούν ότι πρέπει το κράτος να τους το επιβάλλει. Ανοησίες. Όχι μόνο γιατί η αντικειμενικότητα και η ισότιμη παρουσίαση όλων των απόψεων ενός μέσου είναι κάτι θεμελιωδώς αδύνατον, όχι μόνο γιατί η δουλειά ενός δημοσιογράφου δεν είναι να είναι αποστειρωμένος πολιτικά και απολιτίκ αλλά απλά σοβαρός, αλλά και γιατί αυτή η ψευδαίσθηση πολυφωνίας, και να ήταν εφικτή, δεν θα ήταν πραγματική πολυφωνία. Από τον καιρό του ντε Τοκβιλ που μελέτησε την νεοφυή αμερικάνικη δημοκρατία στις αρχές του 19ου αι., ξέρουμε ότι τα μέσα μπορούν να είναι στρατευμένα, να έχουν γνωστή και δεδομένη ιδεολογική κατεύθυνση, να υποστηρίζουν πολιτικές, κόμματα και πρόσωπα, και όχι μόνο τίποτε από αυτά δεν τα κάνει λιγότερο δημοκρατικά και λιγότερο αξιόπιστα, αλλά οφείλουν να προωθούν τις ιδέες τους σε ένα περιβάλλον ελεύθερου ανταγωνισμού και διαμορφώντας μια πολύχρωμη δημόσια συζήτηση. Αρκεί να είναι σοβαρά. Όπως και στην αγορά των προϊόντων, έτσι και στην αγορά των ιδεών, η πολυφωνία εξασφαλίζεται από την ελευθερία. Όχι από ανόητες ηθικολογικές δεοντολογίες. Εκτός αν θέλει η κυβέρνησή μας να μας πείσει ότι και με ένα κανάλι θα μπορούσαμε να έχουμε πολυφωνία, κάτι που δεν θα της κακόπεφτε εδώ που τα λέμε.

| Leave a comment

«Ρωμαίικο» έπρεπε να το λέμε, όχι Ελληνικό

Για κάτι τέτοια αυτή η κυβέρνηση μιλάει στην ψυχούλα του αυθεντικού Ρωμιού. Κάνει τις ίδιες χατζηαβάτικες κουτοπονηριές που έκαναν οι παππούδες του για να την φέρουν στους κουτόφραγκους και τους εδώ φραγκολεβαντίνους υποτακτικούς τους. Και γελάει πονηρά ο καταπιεσμένος τίποτας βλέποντας το έργο «ο Καραγκιόζης Υπουργός» και ευφραίνεται η καρδούλα του και παρηγοριέται που οι φτωχοί αλλά ξύπνιοι και καταφερτζήδες του κόσμου αυτού, σαν και του λόγου του, ξέρουν και μπουρδουκλώνουν τους ισχυρούς. Και δεν τον πειράζει που σαν τον Καραγκιόζη τρώει ξύλο στο τέλος. Του αρκεί που τους μπουρδούκλωσε. Πάρτε τώρα έναν αρχαιολογικό χώρο στην ακριβότερη αλάνα της Ευρώπης, εμείς είμεθα πτωχοί πλην ξύπνιοι και παρελαύνουμε και πρώτοι στους ολυμπιακούς με την γαλανόλευκη, έτσι για να σκάτε που δεν έχετε ήλιο και τσίπουρο και παϊδάκια και έρχεστε εδώ και τρώτε μια χωριάτικη στα τέσσερα, σπαγγοραμένοι. Μια παράσταση αυθεντικής ρωμαίϊκης λαϊκότητας είναι αυτό το υπουργικό συμβούλιο με τους Μπαλτάδες, και τους Σπρίτζηδες και τους Πολάκηδες, τους Χατζηαβάτηδες, τους Καραγκιόζηδες και τους μπαρμπα-Γιώργους που ρίχνουν καμιά με τη γκλίτσα βλαστημώντας να ξέρουν αυτοί οι κουτόφραγκοι κι οι σιορ Νιόνιοι με ποιούς έχουν να κάνουν. Όχι σαν τον άλλον του Χάρβαρντ. Εμείς δεν θέλουμε κυβερνήτη μάνατζερ πολυεθνικής, ή σαν τον άλλο τον λογιστάκο. Θέλουμε τους μπαρμπάδες που κλέβουν στο ζύγι τ’αμερικανάκια. Θέλουμε σουβλάκια στον Μπαϊρακτάρη και ρακόμελα στου Καρανίκα και ζεϊμπέκικα στου Αντρέα. Η ίδια παράσταση, μ’ένα σεντόνι και μια λάμπα και ήρωες από χαρτόνι, από τότε που σκοτώσαμε τον Καποδίστρια και δίωξαμε τους Βαυαρούς μέχρι και σήμερα. Και ύστερα μου μιλάτε για εθνικές ενότητες και εθνικές συνεννοήσεις. Δεν χωράει η καρδιά του Ρωμιού με το μυαλό του Φράγκου, πρέπει να διαλέξουμε. Δεν υπάρχει καν σημείο συνάντησης.

| Leave a comment

Απλοϊκή και δόλια αναλογική

Διαβάζω καλοπροαίρετες αναλύσεις που προσπαθούν με κρυμένη αμηχανία να πείσουν ότι η απλή αναλογική δεν είναι σοφή επιλογή τώρα, δεδομένων των συνθηκών, λόγω της βαθειάς πολιτικής κρίσης και του κατακερματισμού του εκλογικού σώματος, και άλλα πολλά. Μέχρι που διάβασα σαν επιχείρημα και το ότι η πολιτική αστάθεια θα διώξει τις άμεσες ξένες επενδύσεις. Αποδέχονται δηλαδή σιωπηλά ότι η απλή αναλογική θα ήταν η ιδεατή επιλογή άλλοτε, σε άλλες συνθήκες, με πολιτική ωριμότητα κλπ.

Και εδώ ακριβώς είναι το πρόβλημα. Ότι ο μύθος της αναλογικότητας, της δημοκρατίας και της δημοκρατικής διακυβέρνησης ως στατιστικά αντιπροσωπευτικής εκπροσώπησης, της δημοκρατίας ως συνεργασίας και συναίνεσης και συναπόφασης είναι ουσιαστικά πιστευτός ακόμα και από αυτούς που απορρίπτουν την απλή αναλογική «τώρα» και για λόγους πρόσκαιρους. Για κάτι τέτοια ο Robert Dahl έλεγε ότι τα αντιπροσωπευτικά πολιτεύματά μας πρέπει να τα αποκαλούμε «πολυαρχίες» και όχι δημοκρατίες, για να αποφεύγουμε τέτοιες «αυταπόδεικτες» και άρα κενές αλήθειες. Και αυτή ακριβώς είναι η συζήτηση που πρέπει να γίνει με την αφορμή της προσπάθειας θεσμικής επέλασης του καθεστώτος αυτού. Ότι οι μύθοι των χαμένων της μεταπολίτευσης, η «άδολη» αναλογική και ο «κακός» δικομματισμός, που δια της αενάου ψαλτικής επαναλήψεως έγιναν τελικά αξιωματική κοινή γνώση, ένα ακόμη αποτέλεσμα της ιδεολογικής κυριαρχίας της αριστεράς δηλαδή, είναι καιρός να διαψευστούν θεμελιωδώς.

Δεν είναι ότι η απόλυτη αναλογικότητα της κοινοβουλευτικής εκπροσώπησης είναι τάχα πιο δημοκρατική, αλλά δυστυχώς δεν έχουμε αυτή την πολυτέλεια. Είναι ότι δεν είναι καθόλου δημοκρατικό να εκβιάζεται η θέληση της πλειοψηφίας από την δυσανάλογη ισχύ που αποκτούν οι πέντε βουλευτές ενός περιθωριακού κόμματος όταν κρατούν στα χέρια τους την κυβερνησιμότητα. Όπως δεν είναι καθόλου δημοκρατικό ένα κόμμα που καταψηφίστηκε (γιατί δημοκρατία όπως είπε ο Πόππερ, είναι το πολίτευμα όπου ξεφορτωνόμαστε κυβερνήσεις) να συνεχίσει να κυβερνά επειδή ένα σύστημα θα επιβάλλει αναγκαστικές συναινέσεις και συνεργασίες. Συνεπώς το θέμα δεν είναι μόνο ότι ο Σύριζα για μικροπολιτικούς λόγους θυμήθηκε την αναλογική. Είναι πριν από αυτό ότι η «δημοκρατικότητα» της αναλογικότητας είναι ένας μύθος.

GFa

| Leave a comment

Να πληρώσουν οι μενουμευρώπηδες!

Η συριζαϊική λογική είναι απλή, απλοϊκή και γι’αυτό πανίσχυρη: οι «μενουμευρώπηδες» είναι οι βολεμένοι της μεσαίας τάξης, γιατί μόνο αν είσαι βολεμένος μπορείς να θέλεις το καταστροφικό ευρώ. Το καλλιέργησαν συντονισμένα και έντεχνα τότε, με άρθρα, με την ρητορική τους, με την δήθεν αυθόρμητη αριστερή καζούρα και τις τρολιές στα social media για τις κυρίες που κατέβαιναν τάχα πρώτη φορά στο Σύνταγμα με ντηζαϊνάτα ρούχα και ταξί. Αυτή η μάχη στην κοινωνία χάθηκε πριν καν δοθεί γιατί δεν είμασταν καν έτοιμοι να την δώσουμε. Η μαζική μας αντίδραση τους ήταν αναπάντεχη και τους φόβισε. Αλλά ήξεραν πως θα την ακυρώσουν συμβολικά και στο τμήμα της κοινωνίας που είναι η βάση στην οποία προσπαθούν να συσπειρωθούν, το πέτυχαν από τότε κιόλας.

Έτσι ο Κυρίτσης είπε την αλήθεια: αυτή η κυβέρνηση για αυτό ψηφίστηκε, για να πληρώσουν οι «μενουμευρώπηδες», που για αυτούς σημαίνει την ανώτερη και την μεσαία τάξη. Αυτό, όπως όλες οι «αλήθειες» του λαϊκισμού είναι αυταπόδεικτο: δεν μπορείς να είσαι μενουμευρώπης αν είσαι μη προνομιούχος, γιατί αλλιώς δεν θα ήσουν μενουμευρώπης. Απλά, λαϊκά και σταράτα πράγματα. Αλλά είπε την αλήθεια, έστω και στο συριζαιϊκο newspeak. Το δικό τους το μνημόνιο, μπορεί να πλήττει τους πάντες, αλλά για την μεγάλη μεσαία τάξη των επιχειρηματιών, των ελευθέρων επαγγελματιών, των μεσαίων και υψηλόβαθμων στελεχών του ιδιωτικού τομέα και των οικογενειών τους, είναι πραγματική λεηλασία.

Έτσι καμιά αξία δεν έχει να αποδείξει κανείς ότι το στρατόπεδο του «Ναι» δεν ήταν περιορισμένο στην μεσαία και ανώτερη τάξη (που δεν ήταν). Αυτό θα ήταν μια άχρηστη μάχη για να διεκδικήσουμε κατόπιν εορτής το δικό τους σύμβολο, το Σύνταγμα της λαϊκής οργής. Μόνο ηθική αξία για εμάς θα είχε αυτή η διεκδίκηση. Τους το χαρίζω, γιατί ξέρω ότι όταν και αν χρειαστεί θα το καταλάβουμε πάλι εξ εφόδου, απρόσμενα, μαζικά και δυναμικά όπως τότε. Εγώ λέω λοιπόν ότι ο Κυρίτσης είπε την αλήθεια και αυτή την αλήθεια πρέπει να του τρίψουμε στην μούρη: αυτή η κυβέρνηση ψηφίστηκε και για να εκδικηθεί την μεγάλη μεσαία τάξη αυτής της χώρας, η καταστροφή της και η φτωχοποίησή της είναι πολιτική της επιλογή και για αυτόν ακριβώς τον λόγο, αυτήν την μεσαία τάξη θα βρουν απέναντί τους και με τρόπο που δεν θα τον περιμένουν.

| Leave a comment
  • Facebook Page:

  • Εγγραφείτε:

    για παραλαβή νέων δημοσιεύσεων με e-mail

Swedish Greys - a WordPress theme from Nordic Themepark.