Tag archives for Πολιτική

«Έξω τα πυρηνικά από το Λαύριο!»

Πριν από είκοσι περίπου χρόνια είχα αναλάβει για μια κοινοπραξία που περιελάμβανε μιά ομάδα του CERN που είχε τις αντίστοιχες πατέντες, μια γαλλική καινοτομική εταιρεία κατασκευής μίνι κύκλοτρων (επιταχυντών δέσμης ηλεκτρονίων) και έναν έλληνα επενδυτή, το project management για την εγκατάσταση και λειτουργία στην Ελλάδα ενός πολύ καινοτομικού τομογράφου εκπομπής ποζιτρονίων (PET), όταν δεν υπήρχε ακόμα δυνατότητα αυτής της διαγνωστικής τεχνολογίας στη χώρα μας. Παρά τις κρούσεις της ομάδας του CERN ο Δημόκριτος δεν είχε ενδιαφερθεί για την εγκατάσταση και έτσι βρέθηκε ιδιώτης επενδυτής που έδινε εκτός από τα χρήματα και χώρο στο τεχνολογικό πάρκο στο Λαύριο. Εγώ είχα αναλάβει τον συντονισμό του έργου, των απαιτούμενων μελετών κλπ. Η χρηματοδότηση από τον επενδυτικό νόμο είχε φυσικά απορριφθεί διότι η επένδυση δεν δημιουργούσε αρκετές θέσεις εργασίας, όπως ήταν ο κανόνας που προέβλεπε ελάχιστες θέσεις εργασίας ανάλογα με το μέγεθος του προϋπολογισμού. Μόλις μαθεύτηκε ότι θα εγκαθιστούσαμε ένα μικρό κύκλοτρο στο Λαύριο, ο Δήμαρχος και οι τοπικές οργανώσεις υποκίνησαν διαμαρτυρίες με συνθήματα «Έξω τα πυρηνικά από το Λαύριο». Και επειδή η επένδυση απαιτούσε άδεια σκοπιμότητας, πήραμε και μια απόρριπτική απόφαση από την Νομαρχία, διότι μια κρατική γραφειοκρατία έκρινε ότι ο επενδυτής – γνωστός εφοπλιστής – ήταν μάλλον ανίδεος περί τα επιχειρηματικά και ότι η επένδυση δεν ήταν τάχα οικονομικά βιώσιμη. Λες και τους έπεφτε λόγος τι θα κάνει ο άλλος τα λεφτά του. Η γαλλική εταιρεία βρήκε αλλού πιο φιλόξενο έδαφος να δοκιμάσει τον καινοτομικό εξοπλισμό της, ο εφοπλιστής επένδυσε τα χρήματα του χτίζοντας ένα ακόμα πλοίο και η ομάδα των φυσικών του CERN γύρισε στα πειράματά της. Δύο τρία χρόνια μετά, εγκαταστάθηκε τομογράφος PET κατασκευής γνωστής πολυεθνικής σε γνωστό ιδιωτικό νοσοκομείο στο Μαρούσι. Υποψιάζομαι ότι αυτός ήταν και ο λόγος που είχε απορριφθεί η δική μας επένδυση. Ή τουλάχιστον αυτή η πολυεθνική είχε τον τρόπο της. Και μια καινοτομική startup (τότε δεν τις λέγαμε έτσι) είχε ήδη πνιγεί εν τη γεννέσει της. Θυμήθηκα αυτή την τραυματική εμπειρία με την συζήτηση που γίνεται σήμερα για την άρνηση της Ελλάδας να συμμετάσχει σε επένδυση τεχνολογίας ακτινοθεραπίας του CERN. Μην κάνετε το λάθος να νομίζετε ότι είναι η κυβέρνηση αυτή, αυτή που καταστρέφει μια αθώα χώρα την οποία κατέλαβε εξ εφόδου εξαπατώντας την. Η κυβέρνηση αυτή, απλά εκπροσωπεί, καθεστωτικά πια, τον χειρότερο εαυτό αυτής της χώρας, αυτόν που επί δεκαετίες πριν την κρίση και την ανάδυση του εθνολαϊκιστικού Σύριζα, την απομυζούσε και την καταδίκαζε στην καθυστέρηση, ακόμα και όταν δεν φορούσε αυτό το φαιδρό αριστερό νεοκομμουνιστικό προσωπείο.

| Leave a comment

Η ανοησία ως πολιτική τακτική

Η μέθοδός τους είναι γνωστή και δοκιμασμένη, και με αυτήν κατέλαβαν την εξουσία. Διαλύουν την δημόσια συζήτηση με ξεδιάντροπα ψέμματα, ανοησίες και ανορθολογισμό. Αυτό που τους ενδιαφέρει δεν είναι να πείσουν αλλά να αποσυντονίσουν, όλα για αυτούς είναι αντιπερισπασμός. Από την Κερατέα και την Υπατία, από την Πλατεία και τα κάγκελα της ΕΡΤ, από τους νεκρούς του μνημονίου και τα πληρωμένα με 6 δεκάρες το τουήτ έμμισθα τρολ, από την περήφανη διαπραγμάτευση και το δημοψήφισμα με το ακατανόητο ερώτημα στο οποίο καμιά απάντηση δεν μπορούσε να δοθεί, μέχρι τώρα με αυτή την φάρσα σκανδαλολογίας, ο σκοπός τους δεν είναι να περάσουν έστω και ανόητες θέσεις ή κακές πολιτικές στις οποίες όμως πιστεύουν. Γιατί δεν έχουν ούτε θέσεις, ούτε πολιτικές. Μοναδικός τους σκοπός είναι να καταρρέει το πολιτικό παιχνίδι, να ανατινάσσεται στα εξ ων συνετέθη ανεπεξέργαστα συναισθήματα ο δημόσιος διάλογος, να καταργείται η ίδια η πολιτική, ώστε αυτοί να μένουν κυρίαρχοι σε ένα παιχνίδι που ξέρουν να παίζουν μόνον αυτοί. Είναι σαν να προσπαθείς να παίξεις ποδόσφαιρο με μια ομάδα που όχι απλά παραβιάζει τους κανόνες στα κλεφτά, αλλά απροκάλυπτα και ετσιθελικά παίζει χωρίς κανένα κανόνα ή αλλάζει αυθαίρετα τους κανόνες κάθε λεπτό. Παίρνουν την μπάλα με τα χέρια και την χώνουν στο τέρμα ενώ έχουν κλωτσήσει τον τερματοφυλακα στα πλευρά. Μετα αλλάζουν τον διαιτητή και ζητούν από τον καινούργιο πέναλτυ. Δεν μπορείς όμως ποτέ να τους νικήσεις σε ένα παιχνίδι χωρίς κανόνες, είναι λογικά αδύνατο. Και δη όταν οι θεατές στις κερκίδες ευχαριστιώνται δράση. Το πρόβλημα όμως είναι ότι όλο και πιο πολλοί θεατές γουστάρουν να βλέπουν και τις δυο ομάδες να ξεφτιλίζονται. Ήρθαν άλλωστε για να δουν μπουφόνικη φάρσα με τούρτες να εκτοξεύονται στα μούτρα των πρωταγωνιστών όπως στις κωμωδίες του βωβού, όχι ματς αγγλικού ποδοσφαίρου. Άλλοι, ήρθαν για να δουν μονομάχους και αίμα στην άμμο. Η μόνη στρατηγική που μπορεί να ακυρώσει την ανοησία είναι όμως αυτή που δυστυχώς δεν θα αρέσει ούτε στους δικούς σου οργανωμένους οπαδούς στο πέταλο του γηπέδου που σου ζητούν γκολ οπως και να ‘ναι, και σου φωνάζουν ότι δεν μπορείς να παλέψεις με γουρούνια αν δεν κυλιστείς κι εσύ στη λάσπη. Η μόνη στρατηγική είναι να επιμένεις να παίζεις με τους κανόνες, ατάραχος, αποφασιστικά και θεσμικά. Στο παιχνίδι δηλαδή που αυτοί δεν ξέρουν να παίζουν. Δεν ξέρω αν η στρατηγική αυτή είναι η μόνη που μπορεί να φέρει τη νίκη, αλλά σίγουρα είναι η μόνη που κάνει την νίκη να έχει νόημα.

| Leave a comment

Brand Name Macedonia

Μία σοβαρή χώρα, η οποία θα ήθελε να προφυλάξει την ταυτότητα και την διεθνή αναγνωρισιμότητα μιας περιοχής της – γιατί μεταξύ μας αυτό είναι το μόνο ουσιαστικό συμφέρον της Ελλάδας σε αυτή την ιστορία – θα είχε φροντίσει να κάνει το όνομα της περιοχής της αδιαφιλονίκητο brand name. Γιατί μεταξύ μας, αυτό είναι που μας καίει και αυτό μας ενοχλεί περισσότερο: το ότι όταν οι Ευρωπαίοι ακούνε «Μακεδονία» πρέπει πια να εξηγούμε ότι εννοούμε την δική μας γιατί το μυαλό τους πάει εδώ και καιρό αυτομάτως στην άλλη, την ακατανόμαστη. Τα άλλα περί ονόματος που είναι η ψυχή μας και περί κληρονομιάς της Ιστορίας είναι για εσωτερική κατανάλωση. Αυτό που πάντα μας καίει είναι το πως μας βλέπουν οι άλλοι. Γι’ αυτό και δεν είχαμε κανένα πρόβλημα με το όνομα της ακατανόμαστης πριν αυτή γίνει ανεξάρτητο κράτος. Τότε μόνο μας πήρε ο πόνος.

Αν ήμασταν όμως σοβαροί θα είχε γίνει brand name χωρίς καν να το σκεφτούμε και να το σχεδιάσουμε. Όχι με καμπάνιες και επικοινωνιακές στρατηγικές. Μπορεί να ήταν με τα προϊόντα της περιοχής, ή με τα καλά επώνυμα κρασιά της, με τις διεθνείς επενδύσεις σε αυτήν που θα συζητιόταν στα διεθνή μέσα ή με τα καλά αγγλόφωνα πανεπιστήμιά της. Ή επειδή θα είχε εξελιχθεί σε πόλο Τέχνης ή καινοτομίας. Ό,τι έβγαζε το συγκριτικό πλεονέκτημα της περιοχής αν το αφήναμε ελεύθερο να εκφραστεί. Ποιός δεν ξέρει την Βαυαρία για την BMW και την μπύρα, την Τοσκάνη για την ομορφιά της, την Βουργουνδία που έδωσε όνομα μέχρι και σε χρώμα με το κρασί της. Θα ήταν ένα brand name που δεν θα μπορούσε να διεκδικήσει κανείς, και που θα προέκυπτε με ήρεμο και φυσιολογικό τρόπο από την δημιουργικότητα της περιοχής και την διεθνή ακτινοβολία που θα μπορούσε μια χαρά να έχει, αν βέβαια εμείς είχαμε άλλα μυαλά.

Εμείς όμως πάντα διαλέγουμε τον ανάποδο δρόμο: αντί να δουλεύουμε για το συμφέρον μας, διεκδικούμε υστερικά να μας αναγνωρίσουν το δίκιο που μας πνίγει. Η Ιστορία της Ελλάδας θα μπορούσε να γραφτεί σαν μια αλυσίδα τέτοιων χαμένων ευκαιριών. Ακόμα και αυτή η Διεθνής Έκθεση, κατάντησε να υπάρχει για να φέρνει τον έξω κόσμο μέσα σε μια επαρχιακή πόλη, όχι για να βγάζει με αυτοπεποίθηση μια μητρόπολη στον εξω κόσμο. Και όσο τα χρόνια περνούσαν, αφήναμε τα πραγματικά εργοστάσια να κλείνουν και χτίζαμε κουφάρια του επενδυτικού νόμου και της λαμογιάς μαζί με μύθους τυπικά νεοελληνικής κλάψας που καταναλώναμε μόνο εμείς: «η Θεσσαλονίκη-ερωτική-πόλη», «η Μακεδονία η αδελφή του Μεγαλέξαντρου», «τα παλιά λαδάδικα που σ’αναζητώ κι ας μην ξέρω τι λένε τα κομπιούτερς κι οι αριθμοί» και άλλες ζουράρειες μπούρδες που δεν αφορούσαν παρά μόνο εμάς. Για μια γενιά, δεύτερης ποιότητας επιδοτούμενα ροδάκινα που δεν απέκτησαν ποτέ περήφανο όνομα προέλευσης στην Γερμανία γιατί ήταν καλά μόνο για κονσέρβες κομπόστας που αγόραζε ο στρατός και τα κρατικά νοσοκομεία. Υπέροχες λίμνες και ένας εθνικός δρυμός που μοιραζόμαστε με την ακατανόμαστη και που δεν έγιναν ποτέ διεθνής προορισμός. Αλλά οργανώναμε εκεί τα «Πρέσπεια», όπου η μισή κυβέρνηση, με μεταξωτές γραβάτες, ανέβαινε στο τέλος επί σκηνής να τραγουδήσει την «άπονη ζωή». Η Μακεδονία είναι σίγουρα ελληνική γιατί τελικά είναι μια μικρογραφία της Ελλάδας. Για όλες τις δεκαετίες όπου στα διεθνή φόρα σχεδίαζαν την «Ευρώπη των περιοχών» και έβλεπες διαφημίσεις περιοχών και όχι κρατών στον διεθνή οικονομικό τύπο, για την καινοτομία τους, τις επενδύσεις τους, την ποιότητα ζωής τους, εμείς νοιαζόμασταν για τους διορισμούς στα ορυχεία της ΔΕΗ και πνίγαμε τη Χαλκιδική στο τσιμέντο. Ονομάσαμε «Μακεδονία» ένα πανεπιστήμιο που δεν μπορεί να φέρει ξένους φοιτητές και ένα αεροδρόμιο που δυσφημεί το όνομά του.

Με τι μούτρα να βάλει ο Περιφερειάρχης μια ολοσέλιδη «INVEST IN MACEDONIA» στον Economist, έτσι για την αλητεία; Ποιό είναι σήμερα το brand name της Μακεδονίας στον κόσμο; Τα αδιαφιλονίκητα brand names δεν φοβούνται ανταγωνιστές γιατί έχουν πραγματική αξία. Και για τα brand names περιοχών και πόλεων, αξία στον δύσκολο σύγχρονο κόσμο που ζούμε (όπου πλέον ο ανταγωνισμός είναι πια μεταξύ περιοχών και μητροπόλεων) είναι η ακτινοβολία της αυτοπεποίθησής τους. Αυτό ήταν που με στενοχώρησε με αυτά τα συλλαλητήρια, τα ιερά λάβαρα και τους απόστρατους. Γιατί τόσα χρόνια μετά, βλέπω ακόμη μια φοβική, επαρχιώτικη Ελλάδα να υψώνει τείχη και να συνεχίζει να κάνει το αντίθετο από αυτό που θα έπρεπε να κάνει αν ήθελε να πετύχει αυτό ακριβώς που λέει ότι διεκδικεί: να κερδίσει την αναγνώριση και την ταυτότητά της ανοίγοντας τον εαυτό της στον έξω κόσμο. Αν το είχαμε κάνει αυτό όταν έπρεπε, τώρα τα διπλωματικά θα ήταν παιχνιδάκι. Άσε που τότε δεν θα μας ένοιαζαν και πολύ.

ΓΦα

| Leave a comment

Ανισότητες και ανθρώπινη φύση

Αν η αριστερά διάβασε λανθασμένα την περίφημη πια αποστροφή του Κυριάκου Μητσοτάκη για τις ανισότητες ως απροϋπόθετη τάχα δικαιολόγησή τους, το ίδια λανθασμένα την διάβασε και αυτή η ακατέργαστη νέα δεξιά που νομίζει η αφελής ότι οι φτωχοί είναι φτωχοί με δική τους ευθύνη. Αυτή η δεξιά δηλαδή που θεωρεί ότι οι ανισότητες ως φυσικές είναι τάχα και μεταφυσικά δίκαιες. Και όχι μόνο καθησυχάζει την συνείδησή της ότι η δική της καλύτερη θέση είναι τάχα δίκαιη, αλλά διεκδικεί την ανισότητα επειδή είναι τάχα κάτι που της αξίζει. Νομίζει ότι η ανισότητα είναι η ανταμοιβή της για την προσπάθειά της και ξεχνά όλους αυτούς τους κοινωνικούς παράγοντες που την έκαναν να μπορεί να έχει αυτή την ανταμοιβή. Και ξεχνά επίσης ότι αυτή είναι «δίκαιη» με την έννοια ότι απλά έτσι συμφωνήσαμε φτιάχνοντας τους θεσμούς μας, όχι με κάποια μεταφυσική έννοια της δικαιοσύνης. Αν οι ανισότητες πηγάζουν αναγκαστικά από την ίδια την ανθρώπινη φύση όπως αυτή εκφράζεται μέσα στους θέσμούς μας της κοινωνίας και της οικονομίας, η δικαιοσύνη όμως δεν είναι θέμα της φύσης αλλά αυτής της δράσης και πράξης των ανθρώπων που λέγεται πολιτική. Είναι δικό μας θέμα πολιτικό να συζητήσουμε και να αποφασίσουμε, ποιές θέλουμε γιατί τις θεωρούμε πχ δίκαιη ανταμοιβή και ποιές πρέπει να ακυρώσουμε με πολιτικές. Ποιες πρέπει να αποτρέψουμε εξασφαλίζοντας ίσες ευκαιρίες και ποιές πρέπει να θεραπεύσουμε με ανθρώπινη αλληλεγγύη, κι ας μοιάζουν «φυσικές». Στο ένα άκρο είναι ο κίνδυνος που επεσήμανε ο ίδιος ο Κυριάκος Μητσοτάκης στην αμέσως επόμενη φράση: ο κίνδυνος της ισοπέδωσης και της ακύρωσης της ελευθερίας και των ανθρωπίνων δικαιωμάτων. Στο άλλο άκρο είναι ο κίνδυνος στον οποίο αναφέρθηκε σαφώς μιλώντας αμέσως μετά για την αλληλεγγύη ως άλλη όψη της ελευθερίας και για δίκαιη διανομή του μερίσματος ευημερίας. Ο κίνδυνος δηλαδή μιας άδικης κοινωνίας που και αυτή θα καταστρατηγεί τα ανθρώπινα δικαιώματα το ίδιο. Γιατί το φυσικό δεν είναι αναγκαστικά και δίκαιο. Η άποψή μου είναι ότι σε αυτήν την μετριοπαθή και ζυγισμένη τοποθέτηση, ο Πρόεδρος της ΝΔ έχει να αντιμετωπίσει την διαστρέβλωση μιας θεμελιώδους ιδεολογικής αρχής και από τα αριστερά αλλά και από τα δεξιά. Δεν ξέρω ποιά από τις δυο είναι ρηχότερη και χειρότερη.

| Leave a comment

Περιορίζει ο νόμος την ελευθερία ή η ελευθερία τον νόμο;

(Δημοσιεύτηκε στο The Book’s Journal, τεύχος 78, Ιούνιος 2017)

Η δίωξη της Σώτης Τριανταφύλλου, ο αντιρατσιστικός νόμος και η προσέγγιση του Ronald Dworkin για τα όρια της ελευθερίας του λόγου.


 

Κάθε φορά που αναδύεται στον δημόσιο διάλογο ένα θέμα που άπτεται της ελευθερίας του λόγου, η συχνή και εύκολη απάντηση αρθρογράφων και σχολιαστών στην επίκληση του δικαιώματος στην ελεύθερη έκφραση, είναι ότι τα δικαιώματα δεν μπορούν να είναι απόλυτα και ότι είναι εύλογο να τίθενται από τον Νόμο όρια στην άσκησή τους. Όπως όμως συμβαίνει συχνά με την κοινή λογική στον δημόσιο διάλογο, η απάντηση αυτή, με την προφανή και «αυταπόδεικτη» αλήθεια της, βιάζεται να κλείσει το θέμα πριν προλάβουν να αναδυθούν τα ερωτήματα που η ίδια δημιουργεί. Γιατί αν ο περιορισμός – και άρα ο ορισμός – των δικαιωμάτων είναι απλά θέμα απόφασης μιας κοινωνίας και των νόμων που θεσμοθετεί σύμφωνα μάλιστα με το Zeitgeist, το «πνεύμα των καιρών», όπως πρόσφατα διάβασα, τότε η ίδια η έννοια του δικαιώματος αναιρείται, αδειάζει από κάθε περιεχόμενο και καταντάει μια κενή νοήματος ταυτολογία: δικαίωμα καταντάει τότε απλά, αυτό που σου επιτρέπεται να κάνεις.

Continue reading »

| Leave a comment

«Η κακιά μοίρα της Ελλάδας θα είναι το να σέρνεται στο τέλμα για δεκαετίες. Αυτό να φοβάστε»

Πριν κάποια χρόνια, στις αρχές ακόμα αυτής της περιπέτειας, είχα την εξαιρετική τύχη και τιμή να έχω μια προσωπική, μεγάλη και πολύ ουσιαστική συζήτηση με τον Κωνσταντίνο Μητσοτάκη. Τον είχα ρωτήσει για την καταστροφή που έβλεπα να ερχόταν. Θυμάμαι ακόμα αυτολεξεί την απάντησή του: «Αγαπητέ, το πρόβλημα δεν είναι η καταστροφή. Ζήσαμε καταστροφές και βρήκαμε την δύναμη να τις ξεπεράσουμε. Η κακιά μοίρα της Ελλάδας θα είναι το να σέρνεται στο τέλμα για δεκαετίες. Αυτό να φοβάστε». Και βλέπω σήμερα μια ανύπαρκτη – ηθικά και πολιτικά – κυβέρνηση, να εξαντλεί την μικρόνοη πονηριά της στο να προπαγανδίσει ως επιτυχία την άτακτη υποχώρησή της. Βλέπω τους αμήχανους – πολιτικά και ιστορικά – εταίρους μας να σπρώχνουν το πρόβλημα λίγο παρακάτω, να κερδίζουν λίγο ακόμα χρόνο, όπως κάνουν πάντα άλλως τε, και για οποιοδήποτε θέμα, βλέπω εμάς να χαριτολογούμε – με αυτή την παιγνιώδη διάθεση που φέρνει η ανακούφιση – επειδή αποφύγαμε τα χειρότερα. Τέτοια μιζέρια. Από την μια μια κυβέρνηση που θα βυθίζει την χώρα στο τέλμα προσπαθώντας να κρατηθεί κυνικά στην εξουσία δίνοντας τις μάχες οπισθοφυλακών της πελατείας της. Από την άλλη οι εταίροι μας, που μας αντιμετωπίζουν πια μόνο ως πρόβλημα προς διαχείριση: τόσο τα πλεονάσματα, τόσο τα χρεωλύσια, τόσες περικοπές, πάμε παρακάτω. Για ουσιαστικές μεταρρυθμίσεις κουβέντα καμιά. Και λείπει στη μέση αυτό το σχέδιο που – με σκληρή δουλειά, ναι, αλλά σκληρή δουλειά για έναν στόχο άλλον από την μίζερη επιβίωση μέρα με την μέρα – θα ξανακάνει κάποτε την Ελλάδα ένα κράτος που θα δίνει όνειρα και ευκαιρίες στους ανθρώπους της. Θα τους ξαναδίνει το περιβάλλον να κυνηγούν την ευτυχία τους. Και αυτά δεν γίνονται με δημοσιονομικά αλισβερίσια. Θέλουν μια ήρεμη επανάσταση. Καθημερινή μεν. Επανάσταση όμως, που θα αλλάξει όλα αυτά για τα οποία κουβέντα δεν γίνεται στα eurogroup, στα «prior actions», στα μέτρα των μνημονίων, στις αναλύσεις βιωσιμότητας του χρέους, στις κατ’όνομα μόνο μεταρρυθμίσεις. Δεν μπορούμε να ξοδέψουμε αυτή την γενιά στο τέλμα. Και δεν έχουμε το ηθικό δικαίωμα να ξοδέψουμε και την επόμενη, εμείς που κομπάζουμε ότι καμιά θυσία δεν μας πτοεί για τα παιδιά μας. Αλλά είναι μόνοι μας που θα το αποφασίσουμε και θα το καταφέρουμε. Είμαι σίγουρος ότι ο σοφός Πολιτικός – άξιος μιας γενιάς που έχτισε μια ισοπεδωμένη Ελλάδα από την αρχή – θέλει να διαψεύσουμε τους φόβους του. Μένει να το αποδείξουμε. Αλλά πρώτα πρέπει να αποφασίσουμε την Ελλάδα που θέλουμε και να την ονειρευτούμε χειροπιαστά. Αυτή είναι η συζήτηση που δεν γίνεται πια από κανέναν και αυτό είναι που μας στέρησε τα τελευταία χρόνια η μικροπολιτική της αέναης διαπραγμάτευσης. Αυτή είναι και η μεγάλη πρόκληση για όποιον έρθει στην βάρδια στην γέφυρα του σκάφους, αργά ή γρήγορα, την επόμενη μέρα. Όλα τα υπόλοιπα είναι το τέλμα που πρέπει ν’αφήσουμε πίσω μας.

ΓΦα

| Leave a comment

Λάθος γιατρέ. Είναι ο λαϊκισμός που είναι κολλητικός.

Αυτό που πραγματικά εννούσε ο Γιακουμάτος είναι πολύ πιο αντιδραστικό και πολιτικό απεχθές από αυτό που, όπως διαβάζω, νομίζετε οι περισσότεροι ότι εννοούσε. Δεν είναι ούτε τόσο χαζός, ούτε τόσο αγράμματος. Ομαδοποίησε ανθρώπους βάσει της σεξουαλικής τους συμπεριφοράς, και μετά στοχοποίησε την ομάδα αυτή ότι εκμεταλλεύεται πονηρά αυτό το χαρακτηριστικό της για να «ανέβει» κοινωνικά και να αποκτήσει ισχύ ως ομάδα, και με τον τρόπο αυτό «προσηλυτίζει» τάχα διά του συνειδητού μιμητισμού. Ήξερε που απευθύνεται. Κάντε ένα γύρο στις ομάδες της νέας «Δεξιάς», της Alt-Right, και των εν Ελλάδι φτωχοθαυμαστών καημένων του υπαρκτού πλέον τραμπισμού, και θα δείτε το μοτίβο αυτό να επαναλαμβάνεται σε παραλλαγές. Οι άνθρωποι αυτοί μπορούν να υπάρξουν πολιτικά και αποκτούν πολιτική ταυτότητα μόνο κατασκευάζοντας οργανωμένουνς τάχα εχθρούς. Ξεχωρίζουν και αξιοποιούν για αυτό τα πιο ζωώδη ένστικτα του πνευματικά ακατέργαστου ακροατηρίου τους, τα αναγουν σε κριτήριο λαϊκότητας και αυθεντικότητας και τα ταϊζουν για να τα φουσκώσουν: τις θεωρίες συνωμοσίας, τους εχθρούς του απλού, «αυθεντικού» λαού, που με υπόγειους τρόπους συσπειρώνονται τάχα για να έχουν κοινωνική ισχύ και να κερδίζουν προνόμια. Έτσι αυτοανακηρύσσονται σήμερα σε εκφραστές του λαού προδοκώντας αύριο αυτός να τους ανακηρύξει σε προστάτες του. Δεν είναι καθόλου τυχαίο, ότι ακόμα και εδώ στα κοινωνικά μέσα, λες και συντονισμένα, διαβάζει κανείς όλο και πιο συχνά σχεδόν ταυτόσημες σοβαροφανείς αναλύσεις κατά αυτού που αντιλαμβάνονται ως ελιτισμό ή χιουμοριστικά – επιπέδου νηπιαγωγίου – κείμενα που τάχα τον σατιρίζουν. Αλλά πέρα από το ευρύτερο πολιτικό θέμα υπάρχει και ένα πολιτικά πρακτικό πρόβλημα: η συγγνώμη που – μπράβο του – απαίτησε ο Κυριάκος Μητσοτάκης και που έδωσε ο Γιακουμάτος, δεν αρκούν. Η μοντέρνα κεντροδεξιά παράταξη που θέλουν να φτιάξουν ο Κυριάκος Μητσοτάκης και οι δυνάμεις της πραγματικής κοινωνίας που στοιχήθηκαν δίπλα του, μια κεντροδεξιά μετριοπαθής και συντηρητική με τον αστικό τρόπο και όχι αντιδραστική με τον χωριάτικο παρωχημένο βαλκανισμό των νεοδεξιών, θα είναι το μεγαλύτερο εμπόδιο στην πολιτική τους επιβίωση. Γι’αυτό θα τον πλαγιοκοπούν φανερά και κρυφά σε κάθε ευκαιρία. Και πρέπει ο ίδιος να μην το ξεχνά: ότι όλα αυτά, από τις σακούλες του μωλ μέχρι την χυδαιότητα στα social media και την καλλιέργεια του αντιελιτισμού, δεν είναι μεμονωμένες γραφικότητες.

ΓΦα

| 1 Comment

Κύπρος: χάρτες, σύνορα και όρια

Η κατάθεση χαρτών στις διαπραγματεύσεις για το Κυπριακό δεν είναι μόνο ιστορική στιγμή. Είναι και συμβολική. Στην ψηφιακή εποχή μας όπου οι elites deterritorialisées (οι αποκομμένες από την γη ελίτ, όπως τις αποκαλεί ο Taguieff) ή οι digital nomads, οι ψηφιακοί νομάδες της νέας οικονομίας, θεωρούν αυτάρεσκα ότι τα σύνορα δεν τους αφορούν, ο χάρτης, αυτό το αρχαίο σύμβολο γης μας υπενθυμίζει πόσο οι ζωές των ανθρώπων είναι συνδεδεμένες μαζί της. Όταν η γη γίνει διαφιλονεικούμενη μας θυμίζει και πόσο το body politic αποκτά υπόσταση μέσα στα σύνορα και δεν έχει νόημα χωρίς αυτά: είναι μέχρι εκεί που ισχύουν οι νόμοι μας και οι αποφάσεις των δημοκρατιών μας, είναι αυτά που κάνουν συχνά την διαφορά ανάμεσα στην προστασία και τον κίνδυνο, την ελευθερία και τον αυταρχισμό. Οι Τούρκοι φυγάδες περνώντας τα σύνορα με εκείνο το ελικόπτερο δεν ξέφυγαν απλά από τους διώκτες τους: αφέθηκαν στην προστασία των δικών μας νόμων. Και για αυτό είναι τραγική η μοίρα των προσφύγων, των αθώων της ανθρωπότητας όπως τους αποκαλεί η Άρεντ, γιατί είναι στην κενή ζώνη ανάμεσα στα σύνορα που πέρασαν για να ξεφύγουν και σε αυτά που στην πραγματικότητα δεν έχουν ακόμα διαβεί παρά μόνο γεωγραφικά, γιατί ακόμα δεν έχουν την πλήρη προστασία τους. Αυτοί οι χάρτες που ανταλλάχτηκαν στην Γενεύη, μπορεί να είναι τυπικά προτάσεις για την έκταση της αρμοδιότητας των δύο κοινοτήτων. Αλλά στην ουσία είναι σύμβολα ενός βήματος για την κατάργηση ενός βάρβαρου ορίου – και όχι για την συμφωνία χάραξης ενός συνόρου: της κατάργησης του ορίου που περιορίζει την ισχύ των νόμων της Δημοκρατίας μέσα στα συνορά της, που περιορίζει την προστασία που αυτή παρέχει στους πολίτες της, που περιορίζει την ισχύ του με πολύ κόπο κεκτημένου της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Και αυτό αφορά τους πολίτες και των δύο πλευρών. Φοβάμαι ότι αυτό είναι που δεν μπορούν να καταλάβουν οι πατριδοκάπηλοι και των δύο πλευρών. Αυτοί που βλέπουν τα σύνορα ως περίφραξη ιδιοκτησίας και όχι ως πεδίο ισχύος της Δημοκρατίας, και έτσι σε αυτούς τους χάρτες θα δουν την χάραξη ενός συνόρου και όχι την κατάργηση του ορίου που την καταργεί σε ένα μέρος του νησιού.

GFa

| Leave a comment

Ο φοίνικας κι η στρουθοκάμηλος

Η ελληνική κουτοπονηριά – αλλά και εθελοτυφλία – στα καλύτερά της. Μειώσαμε το ονομαστικό πλήθος των δημοσίων υπαλλήλων, απλά βαφτίζοντας «συνταξιούχους» 200.000 από αυτούς, και στέλνοντάς τους σπίτι τους, στα 50 τους, να πληρώνονται για να κάνουν ότι έκαναν και στις υπηρεσίες τους. Έτσι οι δαπάνες κρατικής μισθοδοσίας είναι λέει πια συγκρίσιμες με την ευρωπαϊκή πρακτική. Και βλέπει κάποιος που δεν ξέρει τα στατιστικά συντάξεων «γήρατος» και αναρωτιέται πόσοι είναι οι γέροντες στην Ελλάδα και πληρώνουμε μιάμιση φορά τις συντάξεις που πληρώνουν τα άλλα ευρωπαϊκά κράτη. Όταν λοιπόν μου λέτε ότι το δημόσιο «δεν είναι μεγάλο αλλά απλά αναποτελεσματικό», εγώ θα αθροίζω και τους πρόωρους «συνταξιούχους» του, έτσι για να ξέρουμε τι λέμε και τι συγκρίνουμε με τι. Για να μην πάμε στην ανοησία ότι μια χρεωκοπημένη χώρα δικαιούται τάχα να έχει αναλογικά όσο δημόσιο τομέα έχει και μια σοβαρή πλούσια χώρα, γιατί αυτό υπονοούν όσοι συγκρίνουν κρατικές δαπάνες. Οι πρόγονοί μας είχαν διαλέξει για σύμβολο του κράτους που έφτιαξαν τον φοίνικα που αναγεννάται από τις στάχτες του. Εμείς βάλαμε στην θέση του μια στρουθοκάμηλο που κρύβει το κεφάλι της στην άμμο για να μην βλέπει τον κίνδυνο.

GFa

| Leave a comment

Τέλος και στις πολιτικές αυταπάτες

Η χθεσινή παρουσία του Κυριάκου Μητσοτάκη, δεν έδωσε μόνο την προοπτική ενός πρωθυπουργού εν αναμονή με μια στιβαρή εναλλακτική πολιτική πρόταση. Πέρα από τις οικονομικές αυταπάτες, έδωσε τέλος και σε μια σειρά από πολιτικές αυταπάτες, και αυτό θα αποδειχτεί εξίσου σημαντικό προαπαιτούμενο για την υπέρβαση αυτής της εθνικής μας περιπέτειας.

Πρώτη απ’όλες την εύπεπτη πολιτική αυταπάτη περί παλιού και νέου, η αυταπάτη περί χρεωκοπίας τάχα του παλιού πολιτικού συστήματος και ανάγκης «νέων» πολιτικών σχηματισμών και πολιτικών σταρτ-απ. Ο νέος αρχηγός ενός παλιού κόμματος, που κατάφερε να συμβολίσει το «νέο» όχι μόνο με έναν σύγχρονο, πραγματιστικό και μετριοπαθή πολιτικό λόγο, αλλά και με την ίδια του την παρουσία, είναι παρ´ όλα αυτά ο αρχηγός ενός παλιού θεσμικού κόμματος με ιστορία και συνέχεια. Και είναι ακριβώς αυτή η θεσμικότητα, η ιστορία και η συνέχεια που δίνει βάρος και παρεμβατικότητα στον πολιτικό λόγο, γιατί του δίνει την προοπτική να γίνει πολιτική πράξη με την υποστήριξη των πολλών. Οι ίδιες ή παρόμοιες πολιτικές προτάσεις είχαν λίγο πολύ ακουστεί και από νεοφυή πολιτικά έμβρυα και άφηναν δικαίως την κοινωνία αδιάφορη ως ασκήσεις επί χάρτου και έπεα πτερόεντα, γιατί δεν είχαν, δεν θέλησαν μέσα στην υπεροψία τους να έχουν, αυτή την βιωματική σχέση με την κοινωνία που κάνει την πραγματική πολιτική. Δεν είναι μόνο ότι το νέο που ζητούσαμε γεννήθηκε – και μάλιστα θεσμικά και χωρίς ωδίνες – μέσα από το παλιό που απαξιώναμε. Είναι ότι το παλιό στηρίζει το νέο και του εξασφαλίζει τον λόγο ύπαρξής του. Οι τρείς προηγούμενοι αρχηγοί στην πρώτη σειρά συμβόλιζαν ακριβώς αυτή την συνέχεια και την θεσμικότητα.

Έπειτα η τρέντυ πολιτική αυταπάτη της υπέρβασης τάχα της ιδεολογίας, του άξονα αριστερά-δεξιά που είναι τάχα παρωχημένος, της πολιτικής «των προβλημάτων και όχι των ιδεών», της «πολιτικής χωρίς πολιτικούς» και όλων αυτών των ανιστόρητων και ρηχών αφορισμών που απαιτούσαν να γίνουν πολιτική θεωρία ενώ ήταν πρόχειρο πολιτικό μάρκετιγκ. Ο πρόεδρος της ΝΔ, ενώ θα μπορούσε εύκολα να ντυθεί το τεχνοκρατικό του προφίλ, έδωσε όμως ένα σαφέστατο ιδεολογικό στίγμα. Όχι μόνο με ρητές δηλώσεις ιδεολογικής ταυτότητας αλλά και μέσα από συγκεκριμένες προτάσεις, που όχι μόνο δεν ήταν στρογγυλεμένες και τεχνοκρατικά αποστειρωμένες, αλλά με κοφτερές ιδεολογικές γωνιές. Σκεφτείτε μόνο πόσο κόκκινο πανί είναι η πρόταση για τα voucher σε ιδιωτικούς παιδικούς σταθμούς (αντί για την υπόσχεση προσλήψεων στους δημόσιους) ή η μείωση της υποχρεωτικής εισφοράς στην κρατική ραδιοτηλεόραση και η απαίτηση να λειτουργεί ανταγωνιστικά στην αγορά.

Τέλος, η πολιτική αυταπάτη της συναίνεσης. Ο πρόεδρος της ΝΔ απευθύνθηκε σε όλους τους Έλληνες, αλλά ζητώντας τους να έρθουν αυτοί να στηρίξουν τις θέσεις, τις προτάσεις και τις ιδέες της παράταξής του γιατί είναι καλύτερες, και όχι ψάχνοντας αμήχανα τον συμβιβασμό σε μια μέση οδό, το παζάρι της μέσης λύσης, μια εθνική τάχα ενότητα που θα είναι η ενότητα του συμβιβασμού και του ελάχιστου κοινού παρονομαστή. Γιατί αυτό είναι η ειλικρινής πολιτική αντιπαράθεση σε μια δημοκρατία, ο σκληρός ανταγωνισμός των ιδεών και της πολιτικής πράξης και δημοκρατία έχουμε για να αποφασίζουμε αυτά στα οποία διαφωνούμε θεμελιωδώς, όχι για να συμφωνούμε απλά κατεβάζοντας τον πήχυ.

Η παρουσία του Προέδρου της ΝΔ στην ΔΕΘ είχε σαν σύνθημα το τέλος στις απάτες και στις αυταπάτες. Οι απάτες είναι αυτές του λαϊκισμού των υποσχέσεων. Οι αυταπάτες όμως δεν είναι μόνο οι προφανείς, αυτές που έχουν να κάνουν με την αδυσώπητη οικονομική πραγματικότητα. Αλλά και αυτές που εγκλώβισαν για καιρό το πιο δυναμικό ίσως και εξωστρεφές κομμάτι της κοινωνίας σε μια λαθεμένη πολιτική αντίληψη, ξοδεύοντας πολύτιμη πολιτική πράξη. Όσοι γινόμασταν δυσάρεστοι αναδεικνύοντάς τες, κόντρα σε μοδάτες μετα-πολιτικές κατηχήσεις, δεν μπορεί παρά χτες το βράδυ να αισθανθήκαμε δικαιωμένοι.

| Leave a comment
  • Facebook Page:

  • Εγγραφείτε:

    για παραλαβή νέων δημοσιεύσεων με e-mail

Swedish Greys - a WordPress theme from Nordic Themepark.